Η Κ.Υ.Α. στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 2 παρ. 5δ, ορίζει τα εξής:

«Οι ατομικές επιχειρήσεις και οι εταιρείες οποιασδήποτε μορφής του παρόντος άρθρου έχουν το δικαίωμα να ιδρύσουν υποκαταστήματα, εφόσον όμως έχει χορηγηθεί κατά τους όρους της παρούσας και τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου, χωριστή άδεια ιδρύσεως για το υποκατάστημα. Η άδεια ιδρύσεως του υποκαταστήματος, προσμετράται στο σύνολο των αδειών που δικαιούται ένα πρόσωπο να λάβει σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 της παρούσας».

Η διάταξη είναι μερικώς ανεφάρμοστη και μερικώς αμφιλεγόμενη ερμηνευτικά.

Έννοια υποκαταστήματος (Εμπορικό Δίκαιο): «Υποκατάστημα είναι τμήμα της επιχείρησης, που δημιουργεί η δράση της εταιρείας, χωρίς δική του αυτοτέλεια και νομική προσωπικότητα, εγκαταστημένο και λειτουργούν σε διαφορετικό μέρος ή τόπο ή κράτος από εκείνο της κύριας εγκατάστασης (κεντρικού καταστήματος), για να ασκεί μέρος ή το σύνολο των δραστηριοτήτων της εταιρείας στην περιφέρεια της εγκατάστασής του».

Έννοια θυγατρικής (Εμπορικό Δίκαιο): «Θυγατρική εταιρεία (επιχείρηση), σε αδρές γραμμές είναι (α) εκείνη, στην οποία την πλειοψηφία του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου κατέχει ή ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, μία άλλη (μητρική) επιχείρηση, (β) εκείνη, επίσης, στην οποία το δικαίωμα του διορισμού ή της παύσης της πλειοψηφίας των οργάνων διοικήσεως διαθέτει, άμεσα ή έμμεσα, μία συμμετέχουσα απλώς στο κεφάλαιό της άλλη (μητρική) επιχείρηση, (γ) εκείνη, ακόμα, επί της οποίας υπάρχει εξουσία να ασκείται ή ασκείται, πράγματι, κυριαρχική επιρροή ή έλεγχος από άλλη (μητρική), και (δ) εκείνη, τέλος, η οποία μαζί με την ως άνω μητρική της επιχείρηση υπάγονται στην ενιαία διεύθυνση της μητρικής (άρθρο 42ε, παρ. 5 κ.ν. 2190/1920).

(Σπυρίδων Ψυχομάνης, Καθηγητής: «Δίκαιο Εμπορικών Εταιρειών», εκδόσεις Σάκκουλα 2013).

Έννοια υποκαταστήματος (Φορολογικό Δίκαιο): «Υποκατάστημα θεωρείται κάθε επαγγελματική εγκατάσταση εκτός της έδρας (κεντρικού), στον οποίο λαμβάνει χώρα παραγωγική ή συναλλακτική δραστηριότητα.

Συναλλακτική δραστηριότητα, θεωρείται κάθε δοσοληψία με κάθε τρίτο, όπως επίδειξη και δειγματισμός αγαθών στους πελάτες με λήψη παραγγελίας, αγορά ή πώληση αγαθών, καταβολή ή είσπραξη χρημάτων, έκδοση ή αποδοχή συναλλαγματικών.

Εκτός από την άσκηση της συναλλακτικής ή παραγωγικής δραστηριότητας για το χαρακτηρισμό ενός χώρου ως υποκαταστήματος θα πρέπει στο χώρο αυτό να υπάρχει και επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης και η προϋπόθεση αυτή πρέπει να συντρέχει αθροιστικά με την προϋπόθεση της παραγωγικής ή συναλλακτικής δραστηριότητας και σε περίπτωση που συντρέχει η μία από τις δύο προϋποθέσεις ο χώρος αυτός δεν χαρακτηρίζεται ως υποκατάστημα».

(Δημήτρης Σταματόπουλος: «Κώδικας Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών», εκδόσεις Elforin 2013).

Εκτιμώ ότι ο νομοθέτης με τη συγκεκριμένη διάταξη θέλησε να θεραπεύσει το εξής πρακτικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε στο παρελθόν.

Με το Ν. 4254/2014 είχε δοθεί η δυνατότητα σε φαρμακοποιό που λειτουργεί φαρμακείο να λαμβάνει περισσότερες της μίας άδειες ίδρυσης και λειτουργίας φαρμακείων.

Παράδειγμα: Ο φαρμακοποιός Α λειτουργεί ατομική επιχείρηση εκμετάλλευσης φαρμακείου με το μοναδικό προσωπικό ΑΦΜ και λαμβάνει άδεια ίδρυσης και ενός ακόμη φαρμακείου, το οποίο επιθυμεί να λειτουργήσει επίσης ως ατομική επιχείρηση.

Επιχειρώντας την έναρξη επιτηδεύματος της δεύτερης ατομικής επιχείρησης, η Δ.Ο.Υ. τακτοποίησε φορολογικά το ζήτημα, θεωρώντας τη δεύτερη ατομική επιχείρηση ως ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ παράρτημα – υποκατάστημα της πρώτης, δοθέντος του μοναδικού ΑΦΜ, με το οποίο μπορούν να λειτουργούν περισσότερες της μίας ατομικές επιχειρήσεις.

Ο Π.Φ.Σ., για λόγους τακτικής, επιδιώκοντας την αποτροπή λήψης περισσότερων της μιας αδειών ίδρυσης φαρμακείων από φαρμακοποιούς, ισχυρίσθηκε ότι πρόκειται περί μη επιτρεπτής από τη φαρμακευτική νομοθεσία δημιουργίας παραρτήματος.

Ωστόσο, η διαφορά της έννοιας του παραρτήματος από τη σκοπιά της φαρμακευτικής νομοθεσίας και του φορολογικού δικαίου είναι ουσιώδης.

Είναι προφανώς νόμιμη η λειτουργία δύο ατομικών επιχειρήσεων υπό τον μοναδικό ΑΦΜ, δίχως να επηρεάζεται από τον χαρακτηρισμό της δεύτερης ατομικής επιχείρησης, ως φορολογικό παράρτημα (υποκατάστημα) της πρώτης.

Η συγκεκριμένη διαφορά απόψεων επέβαλε, όλως αδίκως, στους φαρμακοποιούς να λειτουργήσουν το δεύτερο φαρμακείο με εταιρική μορφή, λαμβάνοντας, η εταιρεία πλέον, ξεχωριστό ΑΦΜ.

Σε σχέση με τη σχετική διάταξη της Κ.Υ.Α. και για την πληρέστερη κατανόησή της, επισημαίνω τα εξής:

Από το σύνολο των διατάξεων της φαρμακευτικής νομοθεσίας, το φαρμακείο λειτουργεί ως εμπορική επιχείρηση με τέσσερις (4) τρόπους:

α. Ως ατομική επιχείρηση, με άδεια λειτουργίας επ’ ονόματι του φαρμακοποιού.

β. Ως εταιρεία ΕΠΕ μεταξύ ιδιώτη μη φαρμακοποιού και φαρμακοποιού (ο φαρμακοποιός τουλάχιστον 20%. Διαχειριστής οποιοσδήποτε. Άδεια ιδρύσεως επ’ ονόματι του ιδιώτη σε κενή θέση).

γ. Ως εταιρεία εκμετάλλευσης υφιστάμενου φαρμακείου με οποιαδήποτε εμπορική εταιρική μορφή. Οι προβλεπόμενες από το νόμο εμπορικές εταιρείες είναι οι εξής: Προσωπικές εταιρείες: α) Ο.Ε., β) Ε.Ε., γ) Αφανής Εταιρεία, δ) Αστική Εταιρεία, ε) Ευρωπαϊκός Όμιλος Εμπορικού Σκοπού (ΕΟΟΣ). Κεφαλαιουχικές εταιρείες: α) Ε.Π.Ε., β) Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (Ι.Κ.Ε.), γ) Ετερόρρυθμη κατά Μετοχές Εταιρεία, δ) Ευρωπαϊκή Εταιρεία.

(Εταίροι: ο αδειούχος φαρμακοποιός και άλλος ιδιώτης, φαρμακοποιός ή μη, ή εταιρεία συμφερόντων των άνω ιδιωτών. Ελεύθερα ποσοστά συμμετοχής. Οιοσδήποτε ο διαχειριστής).

δ. Ως εταιρεία (Ο.Ε.) συστεγασμένων φαρμακείων.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα σχολιάζω τη σχετική διάταξη της Κ.Υ.Α. ως εξής:

Α. Φαρμακοποιός που λειτουργεί φαρμακείο ως ατομική επιχείρηση δικαιούται να ιδρύσει μέχρι το 2020 άλλα 9 και να τα λειτουργεί ως ατομικές επιχειρήσεις υπό ένα ΑΦΜ.

Οι 9 επιπλέον ατομικές επιχειρήσεις θα λογίζονται ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ως υποκαταστήματα της αρχικής ατομικής επιχείρησης.

Β. Η Ε.Π.Ε. μεταξύ ιδιώτη και φαρμακοποιού είναι ειδικού σκοπού. Δεν μπορεί να ιδρύει υποκατάστημα διότι: ο ιδιώτης που θα λάβει άδεια ιδρύσεως δεύτερου φαρμακείου πρέπει να προσλάβει άλλον και να ιδρύσει μαζί του άλλη Ε.Π.Ε. Αυτή δεν μπορεί να είναι υποκατάστημα της πρώτης, διότι συνιστάται υποχρεωτικά νέα εταιρεία, με μεταβολή στα πρόσωπα των εταίρων. Δεν είναι αυτή η έννοια του υποκαταστήματος. Ταιριάζει περισσότερο η έννοια της θυγατρικής, που δεν προβλέπεται ωστόσο από το νόμο.

Γ. Θα μπορούσε ενδεχομένως (χρειάζεται νομοθετική αποσαφήνιση) μία εταιρεία εκμετάλλευσης φαρμακείου να ιδρύσει υποκαταστήματα υπό την εξής μόνον έννοια:

Παράδειγμα: Ο αδειούχος φαρμακοποιός Α διατηρεί Ο.Ε. με τον ιδιώτη Β.

Αποφασίζουν να ιδρύσουν και εκμεταλλευθούν και δεύτερο φαρμακείο. Η διαδικασία πρέπει να είναι η εξής:

  • Με έγγραφη απόφαση αποκλειστικά των δύο εταίρων αποφασίζεται η ίδρυση και λειτουργία δεύτερου φαρμακείου.
  • Η απόφαση αυτή συνοδεύει την αίτηση του αδειούχου φαρμακοποιού προς την Περιφέρεια για τη λήψη δεύτερης άδειας ιδρύσεως φαρμακείου.
  • Εκδιδόμενης της άδειας ιδρύσεως, διενεργείται επιθεώρηση και εγκρίνεται η άδεια λειτουργίας του δεύτερου φαρμακείου, δίχως να συστήνεται νέα εταιρεία.
  • Γνωστοποιείται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. η λειτουργία υποκαταστήματος και υποβάλλονται τα αναγκαία δικαιολογητικά που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία.

Δ. Η Κ.Υ.Α. δεν προβλέπει σχετικά με τη θέση και λειτουργία στο νέο περιβάλλον των ήδη συστεγασμένων φαρμακείων. Ούτε προβλέπει τα περί συστέγασης ήδη λειτουργούντων φαρμακείων με τα νεοϊδρυόμενα, σύμφωνα με τις διατάξεις της Κ.Υ.Α.

Επιμένω:

Ας κατανοήσουν επί τέλους οι αρμόδιοι ότι η Κ.Υ.Α. Νο. 3 είναι προπομπός της Κ.Υ.Α. Νο. 4. Και η Νο. 4 θα είναι προπομπός της Νο. 5.

Οποιεσδήποτε ουσιαστικές ή νομοτεχνικές βελτιώσεις της Κ.Υ.Α. δεν μπορούν να θεραπεύσουν τις αδυναμίες της, στο μέτρο που απαιτούνται τροποποιήσεις και ομαδοποίηση και άλλων αλληλοσυμπληρούμενων διατάξεων. Τα ανωτέρω δεν μπορεί να διαχειρισθεί η Κ.Υ.Α. λόγω έλλειψης νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Τόσο απλά. Τελεία και μέχρι την παύλα… οψόμεθα.

Αναμένω σχετικό Νόμο. Άλλως, όλα εις μάτην.

Υ.Γ. Χρωστάω στους φίλους φαρμακοποιούς αναλυτική κατ’ άρθρο ανάλυση της Κ.Υ.Α. Πολλές και εξαιρετικά σοβαρές οι εκκρεμότητες, η δε σύγχυση πλήρης. Οι Περιφέρειες ζητούν ήδη εναγωνίως ερμηνευτικές εγκυκλίους.

30-05-2016

Χρήστος Αρβανίτης

www.arvanitislaw.gr