ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ: Η ΥΣΤΑΤΗ ΩΡΑ

«ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟ» ΦΑΡΜΑΚΕΙΩΝ – ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.

  1. Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
  2. ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟΘΗΚΗΣ Ι ΤΟΥ ΟΟΣΑ
  3. ΤΑ «ΔΙΚΙΑ» – ΤΑ «ΑΔΙΚΑ» – ΚΑΙ ΤΑ… ΠΑΡΑΞΕΝΑ
  4. ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ ΤΑ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ
  5. ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ – ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

___________________________

 

Επανέρχομαι στο θέμα, συμπληρωματικά προς την από 07-08-2015 ανάλυσή μου που αναρτήθηκε στον ιστότοπο www.arvanitislaw.gr, με νεότερες σκέψεις και εκτιμήσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι λογικά εντός του επομένου 15ημέρου θα εκδοθεί η Κοινή Υπουργική Απόφαση που θα ρυθμίσει τα παραπάνω εκκρεμούντα ζητήματα της φαρμακευτικής νομοθεσίας.

Η σοβαρότητα του θέματος το επιβάλλει, περιοριζόμενος ωστόσο μόνο σε εκείνες τις επισημάνσεις που μπορεί να προσφέρουν βοήθεια στην παρούσα φάση.

Άλλωστε, έχω την ισχυρή αίσθηση ότι ο κλάδος κινδυνεύει να αδικηθεί κατάφωρα από την κεκτημένη ταχύτητα που έχει αποκτήσει το ζήτημα του «ιδιοκτησιακού» των φαρμακείων, ως ανακινούμενο από την αναδειχθείσα ως «ΑΥΘΕΝΤΙΑ» Εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, δίχως ωστόσο να έχει επαρκώς εξετασθεί η ουσιαστική και νομική βασιμότητά της.

Με τους κανόνες λοιπόν της απλής λογικής, ακολουθώντας δηλαδή τη στρατηγική της αποδόμησης – αποδυνάμωσης των ισχυρισμών του αντιπάλου, θα προσεγγίσω το θέμα. Θα εξηγήσω λιτά και πρακτικά τι προτείνεται από την Εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, ποια είναι η αιτιολογία της πρότασης και αν αυτή είναι δίκαιη και επιστημονικά εύλογη ή όχι και για ποιους λόγους. Επιπρόσθετα, αν οι λόγοι αυτοί είναι ικανοί ώστε να ανατρέψουν «κοινοτικά κεκτημένα» και να οδηγήσουν 18 Αρχηγούς Κρατών στο να αγνοήσουν τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που αναγνωρίζει την προστασία της δημόσιας υγείας ως ύψιστο διακύβευμα, στην οποία (προστασία) συμβάλλει κυρίαρχα το καθεστώς της αποκλειστικής ιδιοκτησίας του φαρμακείου από φαρμακοποιό.

Ευθύς εξ αρχής εκτιμώ ότι η πρόταση του ΟΟΣΑ δεν έχει επιστημονικά αποδεκτό περιεχόμενο ικανό να οδηγήσει αναπόφευκτα στη λήψη των προτεινόμενων μέτρων και ως εκ τούτου, με την κατάλληλη μεθοδολογία και δράσεις, μπορεί να αγνοηθεί από τους αρμόδιους και να τεθεί στο περιθώριο.

Σημειώνω εκ προοιμίου ότι η Εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ ήταν ήδη γνωστή από τον Νοέμβριο 2013 και ελήφθη υπόψη από το Ν. 4254/2014 (νόμος Γεωργιάδη) που κατήργησε τα αποστασιακά όρια των φαρμακείων, επέτρεψε την πολλαπλή κυριότητα φαρμακείων από φαρμακοποιούς, περιόρισε το εμβαδόν τους (φαρμακοπωλείο) και τροποποίησε το ωράριο λειτουργίας τους. Το «ιδιοκτησιακό» και τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. ήταν οι μόνες «ουρές» της Εργαλειοθήκης που είχαν μείνει αλώβητες. Επανέρχονται επομένως τα ζητήματα αυτά στην επικαιρότητα δύο χρόνια αργότερα και ίσως θα ήταν χρήσιμο να ερευνηθεί το πώς και το γιατί.

 

Αλλά ας αρχίσουμε από την Εργαλειοθήκη Ι του ΟΟΣΑ:

 

Ι. Η ΠΡΟΤΑΣΗ: (θα παρατεθεί αυτούσια κατωτέρω) Ο ΟΟΣΑ συστήνει συνοπτικά να νομοθετηθούν μέτρα που επιτρέπουν:

α. Σε οποιοδήποτε πρόσωπο, υπήκοο Κράτους – Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φαρμακοποιό ή μη, να λαμβάνει άδεια/ες ιδρύσεως φαρμακείου/ων και να το/τα εκμεταλλεύεται κατά κυριότητα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό/ά θα λειτουργεί/ούν υπό την ευθύνη φαρμακοποιού.

β. Τη δημιουργία αλυσίδων φαρμακείων από τα ανωτέρω πρόσωπα.

γ. Την πώληση των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. σε απελευθερωμένες τιμές και από άλλα καταστήματα λιανικής.

δ. Τη διατήρηση των πληθυσμιακών κριτηρίων κατά τη χορήγηση των αδειών ιδρύσεως φαρμακείων.

ε. Την κατάργηση των αποστασιακών περιορισμών.

στ. Την απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας.

 

Η ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Της άνω Πρότασης προηγείται η αιτιολογία της, η οποία αναπτύσσεται σε 4 κεφάλαια, την οποία παραθέτω σε ελεύθερη μετάφραση.

Στις σελίδες λοιπόν 107-112 της Εργαλειοθήκης παρατίθεται συνοπτικά για το «ιδιοκτησιακό» και τα λοιπά ζητήματα, πλην ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., η εξής «δομική» αιτιολογία:

Α.I. Παραδοχές (Περιγραφή του Τομέα):

«ι. Το φαρμακείο είναι ειδικό κατάστημα, ο μεγαλύτερος τζίρος του οποίου προέρχεται από την εκτέλεση συνταγών των ασφαλισμένων των Ασφαλιστικών Ταμείων.

ια. Τα φαρμακεία, σε σχέση με τα συνταγογραφούμενα και αποζημιούμενα φάρμακα, δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους στο επίπεδο των τιμών, αλλά σε άλλους τομείς, όπως η θέση τους και οι υπηρεσίες που προσφέρουν στο κοινό.

ιβ. Στα φαρμακεία, εκτός από φάρμακα, πωλούνται και άλλα προϊόντα: καλλυντικά, ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., βιταμίνες, συμπληρώματα διατροφής, βρεφικό γάλα και συναφή προϊόντα.

ιγ. Στο Ελληνικό Φαρμακείο τα 2/3 περίπου του τζίρου προέρχεται από την πώληση φαρμάκων, ενώ το 10-15% γίνεται από την πώληση των καλλυντικών (cosmetics). Υπό την τελευταία έννοια τα φαρμακεία συγκρίνονται ή ανταγωνίζονται ευθέως με άλλα παραδοσιακά καταστήματα που πωλούν τέτοια είδη. (Σημείωση: Το υπόλοιπο μέρος του τζίρου, 15-20% περίπου, αφορά τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά). Επομένως το θεσμικό και λειτουργικό περιβάλλον επιβάλλει να εκτιμηθούν αυτές οι δύο δραστηριότητες του μοντέρνου φαρμακείου.

ιδ. Η Εργαλειοθήκη εστιάζει στις νομοθετικές διατάξεις σε ό,τι αφορά:

α. Την πρόσβαση στο επάγγελμα του φαρμακοποιού. Αυτή εξαρτάται (επηρεάζεται) από τους κανόνες εγκατάστασης, όπως το «ιδιοκτησιακό», τα πληθυσμιακά κριτήρια και τις αποστάσεις μεταξύ φαρμακείων.

β. Την ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών και κυρίως την προσβασιμότητα, το ωράριο λειτουργίας και τον αριθμό του απασχολούμενου προσωπικού.

Ο ανταγωνισμός σε επίπεδο τιμών είναι εκτός των στόχων της μελέτης, διότι η δαπάνη καλύπτεται από τα Ασφαλιστικά Ταμεία, οι δε τιμές των φαρμάκων ορίζονται από την Πολιτεία.

ιε. Στην Ελλάδα ανά χίλιους κατοίκους αντιστοιχεί ένα φαρμακείο.

Διεθνής συγκριτική μελέτη καταδεικνύει ότι η αναλογία κατοίκων ανά φαρμακείο στην Ελλάδα είναι περίπου τριπλάσια από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διπλάσια από αυτή της Ισπανίας, και περίπου τριπλάσια από αυτή της Γερμανίας, Γαλλίας, Ισπανίας ή Πορτογαλίας.»

 

Με βάση τις άνω παραδοχές, η Εργαλειοθήκη συνεχίζει με διαπιστώσεις.

 

A.II. Διαπιστωθέντες περιορισμοί της νομοθεσίας

«Διαπιστώθηκε ότι η Ελληνική Νομοθεσία περιλαμβάνει πέντε βασικές περιοριστικές διατάξεις σε σχέση με τον ανταγωνισμό.

α. Το ιδιοκτησιακό (ownership), β. Επιχειρηματική δομή (business structure), γ. Εταιρική δομή (corporate structure), δ. Εδαφικά κριτήρια – Πληθυσμιακό – Αποστάσεις (location criteria) και ε. Ωράριο λειτουργίας (operating hours). Διατάξεις που ρυθμίζουν την ίδρυση ενός φαρμακείου. επιβάλλουν περιορισμούς στην ιδιοκτησία, καθώς και πληθυσμιακά και αποστασιακά κριτήρια. Ο νόμος επίσης ορίζει ότι μόνο φαρμακοποιός μπορεί να είναι ιδιοκτήτης φαρμακείου και μάλιστα όχι περισσότερων του ενός.

Οι περιορισμοί στο «ιδιοκτησιακό» δικαιολογούνται συνήθως στη βάση ότι οι φαρμακοποιοί, ως επαγγελματίες υγείας, δρουν προς το συμφέρον του ασθενούς και της δημόσιας υγείας…

Οι δημογραφικοί περιορισμοί (πληθυσμιακό – αποστάσεις) εξασφαλίζουν την προμήθεια φαρμάκων και καλής ποιότητος υπηρεσίες στους ασθενείς, αποφεύγοντας τη συγκέντρωση των φαρμακείων στις αστικές περιοχές σε βάρος των λοιπών.

Το ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων είναι ορισμένο. Ο Ν. 3918/2011 επέκτεινε τις ώρες λειτουργίας των φαρμακείων, ωστόσο υπάρχει υποχρέωση γνωστοποίησης του ωραρίου και τήρησης αυτού επ’ απειλή κυρώσεων.»

 

Διαπιστώνοντας τους παραπάνω περιορισμούς, ακολουθεί η εκτίμηση για τις συνέπειές τους στον ανταγωνισμό.

 

A.III. Η βλάβη στον ανταγωνισμό

«- Περιορίζοντας την ιδιοκτησία των φαρμακείων αποκλειστικά σε φαρμακοποιούς, στενεύει η δεξαμενή των επιχειρηματιών και επενδυτών που θα μπορούσαν να εισέλθουν στη δραστηριότητα αυτή. Νέα κεφάλαια μπορεί να προσφέρουν ανάπτυξη και ευκαιρίες εργασίας στους φαρμακοποιούς. Επιπρόσθετα, ένας καλά εκπαιδευμένος φαρμακοποιός μπορεί να είναι το καταλληλότερο πρόσωπο να χορηγεί τα φάρμακα, αλλά όχι αναγκαία να διαχειρίζεται μια επιχείρηση.

Επιτρέποντας σε «εξωτικούς» επιχειρηματίες και επαγγελματίες managers να εκμεταλλεύονται κατά κυριότητα φαρμακεία, θα μπορούσε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα και το management, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό τον ανταγωνισμό στο συγκεκριμένο κλάδο.

Οι διατάξεις που περιορίζουν την λήψη περισσότερων της μίας άδειας ιδρύσεως φαρμακείων μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα στον ανταγωνισμό υπό την έννοια της χαμηλής ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών, καθώς και υψηλότερων τιμών στα παραφαρμακευτικά προϊόντα.

Επίσης, η ενσωμάτωση σε ένα ευρύτερο επιχειρηματικό σχήμα, μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του κόστους λειτουργίας.

Μικρές επιχειρήσεις στο λιανικό εμπόριο έχουν μικρότερες δυνατότητες καινοτομιών συγκρινόμενες με τις αλυσίδες λιανικής.

Επομένως περιορισμοί στις αλυσίδες λιανικής περιορίζουν τις καινοτόμες δράσεις.

– Οι περιορισμοί στο ωράριο λειτουργίας μειώνουν τον ανταγωνισμό γιατί περιορίζουν τις επιλογές των καταναλωτών.»

 

Ακολουθεί η συγκριτική μελέτη των ισχυόντων συστημάτων σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

A.IV. Η διεθνής εμπειρία

«Γενικά, ο βαθμός της ρύθμισης του νομοθετικού πλαισίου στον κλάδο των φαρμακείων ποικίλλει στα Κράτη – Μέλη, καθώς χώρες όπως η Ολλανδία και η Ιρλανδία έχουν επιλέξει ένα περισσότερο φιλελεύθερο μοντέλο, σε αντίθεση με άλλες που υιοθέτησαν περισσότερο ρυθμιζόμενο σύστημα.

– Διατάξεις που περιορίζουν την ιδιοκτησία φαρμακείων αποκλειστικά σε φαρμακοποιούς υπάρχουν σε έξι χώρες. Σε 20 από 27 χώρες η ιδιοκτησία των φαρμακείων δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των φαρμακοποιών και στις μισές από αυτές η αποκλειστική ιδιοκτησία φαρμακείων από μη φαρμακοποιούς δεν απαγορεύεται, αν και η διεύθυνση του φαρμακείου ανατίθεται πάντα σε φαρμακοποιό.

– Περιοριστικές διατάξεις ως προς τον αριθμό των φαρμακείων που μπορεί να εκμεταλλεύεται ένας φαρμακοποιός εμφανίζονται σε πέντε (5) χώρες. Στην πλειοψηφία των χωρών δεν υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί. Σε 13 χώρες δεν υπάρχουν πληθυσμιακά και αποστασιακά όρια.

– Το καθεστώς του ωραρίου λειτουργίας των φαρμακείων διαφέρει από χώρα σε χώρα.»

 

Με βάση τις παραπάνω αναφερόμενες υπό στοιχεία A.I, A.II, A.III, A.IV αιτιολογίες, η Εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ καταλήγει στις παρακάτω συστάσεις που παρατίθενται (σε μετάφραση) αυτολεξεί:

 

Προτείνουμε την κατάργηση των διατάξεων για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των φαρμακείων. Η ελληνική νομοθεσία περί φαρμακείων θέτει σαν στόχο την προστασία των καταναλωτών από την ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε φάρμακα. Για το λόγο αυτό παρέχεται το δικαίωμα (η διαπίστευση) στους φαρμακοποιούς να παρέχουν μια δέσμη υπηρεσιών, που περιλαμβάνει τη χορήγηση συνταγογραφούμενων φαρμάκων, την ασφαλή αποθήκευση των φαρμάκων, καθώς και τη δυνατότητα παροχής συμβουλών για την ενδεικνυόμενη χρήση τους. 

Η κατάργηση των διατάξεων περί ιδιοκτησίας θα επιτρέψει την ανάπτυξη φαρμακείων-αλυσίδων λιανικής πώλησης που δεν θα ανήκουν ιδιοκτησιακά ή δεν θα διοικούνται από φαρμακοποιούς. Οι μη-φαρμακοποιοί πωλητές λιανικής αναμένεται να αυξήσουν τον ανταγωνισμό αναφορικά με τη διαθεσιμότητα και την τιμή (κυρίως σε μη-φαρμακευτικά προϊόντα) μέσω της διάθεσης μιας πιο διευρυμένης γκάμας συμπληρωματικών προϊόντων, όπως συμπληρωμάτων διατροφής, καλλυντικών και βρεφικών προϊόντων. Οι αλυσίδες φαρμακείων αναμένεται να λειτουργήσουν κυρίως σε πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές. Τα ζητήματα δημόσιας υγείας είναι αμελητέα καθώς οι φαρμακοποιοί που θα προσλαμβάνονται θα επιβλέπουν τη χορήγηση φαρμάκων. Επίσης θα προκύψουν ευκαιρίες απασχόλησης, δεδομένου ότι οι αλυσίδες φαρμακείων θα έχουν τη δυνατότητα να προσλάβουν μεγαλύτερο αριθμό προσωπικού σε σύγκριση με ένα μικρό ή μεσαίου-μεγέθους φαρμακείο. Τέλος, οι αλυσίδες φαρμακείων θα μπορούν να εκμεταλλευτούν οικονομίες κλίμακας, οι οποίες θα γίνουν εμφανείς σε προϊόντα των οποίων η τιμή δεν είναι ρυθμιζόμενη, και θα μπορούν να εφαρμόσουν πιο αποτελεσματική διαχείριση των αποθεμάτων τους σε σχέση με ένα ανεξάρτητο ιδιοκτησιακά φαρμακείο.      

Προτείνουμε να καταργηθεί η διάταξη του νόμου κατά την οποία η δυνατότητα ιδιοκτησίας ενός φαρμακείου περιορίζεται μόνο σε φαρμακοποιούς. Παρά ταύτα, για λόγους διασφάλισης της δημόσιας υγείας ο νόμος πρέπει να διευκρινίζει ότι ένας φαρμακοποιός/οί θα είναι υπεύθυνος για τη χορήγηση φαρμάκων ως επιβλέπων. Ως εκ τούτου, όλες οι διατάξεις του νόμου που αφορούν την εταιρική συνεργασία μεταξύ φαρμακοποιών θα πρέπει επίσης να καταργηθούν.  

Σχετικά με τους δημογραφικούς περιορισμούς, η πυκνότητα των φαρμακείων στην Ελλάδα είναι συγκριτικά υψηλή, με τον αριθμό τον φαρμακείων να έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία.

Θεωρούμε ότι τα πληθυσμιακά κριτήρια που ισχύουν για την αδειοδότηση των φαρμακείων είναι αναλογικά προς το σκοπό της επίτευξης μιας σχετικά ισομερούς κατανομής και πυκνότητας φαρμακείων ανά την επικράτεια, και κυρίως στις πιο απομακρυσμένες περιοχές. Το δημογραφικό κριτήριο όπως προβλέπεται από τον ν. 3918/2011 πρέπει να διατηρηθεί. Παρ’ όλα αυτά, προτείνεται η κατάργηση της νομοθετικής διάταξης σχετικά με την ελάχιστη απόσταση μεταξύ των φαρμακείων.  Η διάταξη είναι αναποτελεσματική και είναι αβέβαιο εάν εφαρμόζεται στην πράξη (σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας μερικά φαρμακεία έχουν ανοίξει σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους).  

Προτείνουμε οι τοπικοί φαρμακευτικοί σύλλογοι σε συνεργασία με τις Περιφερειακές Αρχές και το Υπουργείο να αποφασίσουν για τις υποχρεωτικές ώρες λειτουργίας των φαρμακείων. Οι τοπικοί φαρμακευτικοί σύλλογοι πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζουν και να επιβλέπουν το ωράριο και τις εφημερίες. ‘Όμως, πρέπει να δίνεται η ευελιξία στους φαρμακοποιούς να επιλέγουν επιπλέον ώρες λειτουργίας (πέραν των υποχρεωτικών) χωρίς την υποχρέωση προηγούμενης ειδοποίησης ή κάποιου άλλου περιορισμού. Ο τοπικός φαρμακευτικός σύλλογος δεν πρέπει να έχει την αρμοδιότητα να παρεμβαίνει ή να επιβάλει πειθαρχικές κυρώσεις εναντίον της απόφασης ενός φαρμακείου να λειτουργεί περισσότερες ώρες από όσες επιβάλλει ο νόμος.

Ο σκοπός της διάταξης για την εργασία σε φαρμακεία είναι η προστασία της δημόσιας υγείας και της αύξησης της απασχόλησης στον φαρμακευτικό κλάδο. Παρά ταύτα, το αποτέλεσμα του νόμου είναι αμφίσημο και προτείνεται η κατάργηση της αναλογίας φαρμακοποιών προς βοηθούς φαρμακοποιών. Οι ιδιοκτήτες φαρμακείων πρέπει να είναι ελεύθεροι να κάνουν προσλήψεις σύμφωνα με τις επιχειρησιακές ανάγκες τους.

 

ΙΙ. ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟΘΗΚΗΣ ΟΟΣΑ

Α. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ

(Υπενθύμιση: Η Εργαλειοθήκη ήταν γνωστή από το Νοέμβριο 2013 και λήφθηκε υπόψη από το νόμο Γεωργιάδη (Ν. 4254/2014). Με το νόμο αυτό:

  • Διατηρήθηκαν τα πληθυσμιακά όρια.
  • Καταργήθηκαν: α. τα αποστασιακά όρια. β. η πρόσληψη ενός φαρμακοποιού ανά τρεις υπαλλήλους.
  • Επιτράπηκε σε φαρμακοποιό να ιδρύει και εκμεταλλεύεται περισσότερα του ενός φαρμακεία.
  • Περιορίσθηκε το εμβαδόν του φαρμακοπωλείου.
  • Τροποποιήθηκε το ωράριο λειτουργίας.

Επομένως οι Συστάσεις της Εργαλειοθήκης εξετάζονται πλέον ως προς το «ιδιοκτησιακό» και τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., διότι είναι οι μοναδικές «ουρές» της που εκκρεμούν προς ρύθμιση.)

 

  1. ΤΟ «ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟ»

Η Εργαλειοθήκη δέχεται ότι ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ στα φαρμακεία μπορεί να αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα:

α. Σχετικά με τα συνταγογραφούμενα και αποζημιούμενα φάρμακα, ΟΧΙ στο επίπεδο των τιμών, αλλά στους τομείς της γεωγραφικής θέσης τους και των προσφερόμενων υπηρεσιών.

β. Στα παραφαρμακευτικά προϊόντα (καλλυντικά, βιταμίνες, συμπληρώματα διατροφής, βρεφικό γάλα κ.λπ.), που ωστόσο είναι ήδη ενεργός μεταξύ φαρμακείων και των άλλων καναλιών λιανικής πώλησης.

γ. Στα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.

 

Αντίκρουση – Θέσεις

α.α. Πράγματι στο φάρμακο δεν μπορεί να αναπτυχθεί ανταγωνισμός μεταξύ των φαρμακείων ή και μεταξύ αυτών και άλλων σημείων πώλησης φαρμάκων λόγω:

  • του αποκλειστικού προνομίου των φαρμακείων στην πώληση φαρμάκων.
  • της αγορανομικά ορισμένης τιμής των φαρμάκων και της ανάληψης της σχετικής δαπάνης από τον ΕΟΠΥΥ.
  • του θεσμοθετημένου περιθωρίου κέρδους.

Επομένως στο φάρμακο, που αποτελεί τα 2/3 του τζίρου του φαρμακείου, σύμφωνα με τις παραδοχές της Εργαλειοθήκης, αποκλείεται ο ανταγωνισμός.

Ο ανταγωνισμός στο επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών είναι επίσης ανέφικτος, κατά την άποψή μου, καθόσον το είδος και το εύρος των παρεχόμενων υπηρεσιών ορίζεται περιοριστικά από το νόμο, ανεξάρτητα από το πρόσωπο, την ιδιότητα, την εταιρική δομή του ιδιοκτήτη του φαρμακείου και τις επιθυμίες του.

Το ζήτημα επομένως των «παρεχόμενων υπηρεσιών» από το Ελληνικό Φαρμακείο αφορά τον ανθρώπινο παράγοντα (προθυμία εξυπηρέτησης, συμπεριφορά, ενδιαφέρον κ.λπ.) και δεν συναρτάται με το αν η ιδιοκτησία του φαρμακείου ανήκει σε φαρμακοποιό ή όχι, ή σε αλυσίδα φαρμακείων.

Σε κάθε περίπτωση, ο ανταγωνισμός στο πεδίο αυτό είναι ήδη υπαρκτός μεταξύ φαρμακείων και δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι με την είσοδο στον Κλάδο μη φαρμακοποιών.

Τέλος, ο ανταγωνισμός ως προς τη θέση του φαρμακείου, επίσης δεν έχει νόημα. Ήδη, με την κατάργηση των αποστασιακών κριτηρίων, οποιοδήποτε φαρμακείο μπορεί να μεταφέρεται σε οποιαδήποτε θέση εντός της εδαφικής περιοχής στην οποία έλαβε άδεια ιδρύσεως. Το «ιδιοκτησιακό» επομένως δεν επηρεάζει τη μεταφορά των φαρμακείων, η οποία, ως στοιχείο ανταγωνισμού (αν υποτεθεί ότι είναι), μπορεί να εξελίσσεται και πράγματι εξελίσσεται, μεταξύ των φαρμακοποιών, ιδιοκτητών φαρμακείων.

β.β. Ο Ανταγωνισμός στα cosmetics, βρεφικό γάλα, βιταμίνες κ.λπ. γίνεται παραδεκτό στην Εργαλειοθήκη ότι ήδη είναι ενεργός μεταξύ φαρμακείων και των λοιπών συναφών καταστημάτων λιανικής, δίχως σημειούμενες αρνητικές κριτικές και αμφιβολίες και θα πρόσθετα, προφανώς ανεξάρτητα από το «ιδιοκτησιακό» των φαρμακείων, το οποίο δεν θα εισέφερε κάποιο πρόσθετο ανταγωνιστικό στοιχείο.

Τα προϊόντα δε αυτά αποτελούν το 10-15% του τζίρου του φαρμακείου, σύμφωνα με τις παραδοχές της Εργαλειοθήκης.

Σχηματικά επομένως καταλήγουμε και συμφωνούμε με την Εργαλειοθήκη ότι στο 80-85% του τζίρου του φαρμακείου, ανεξάρτητα από το «ιδιοκτησιακό» καθεστώς του, ο ανταγωνισμός είτε δεν είναι πρόσφορος (φάρμακα), είτε είναι ενεργός (cosmetics κ.λπ.)

Τι απομένει λοιπόν, ως πεδίο – αντικείμενο, για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού; Προφανώς ένα 10-15% του τζίρου του φαρμακείου που αφορά τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., αν και δεν αναφέρεται ρητά στην Εργαλειοθήκη.

 

  1. ΤΑ ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.

Για τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. έχει αναπτυχθεί ένας σκεπτικισμός σε παγκόσμιο επίπεδο και στα πλαίσια του Π.Ο.Υ. ακόμη, περί του εάν είναι σκόπιμο, χάριν του ανταγωνισμού (οικονομικό το διακύβευμα) να πωλούνται τα προϊόντα αυτά και εκτός φαρμακείων, με ανοικτό τον κίνδυνο ενδεχόμενης βλάβης της δημόσιας υγείας, διακύβευμα το οποίο σαφώς υπερτερεί του οικονομικού.

Γενικότερη εκτίμηση είναι ότι για την προστασία της δημόσιας υγείας τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. πρέπει να μείνουν αποκλειστικά στα φαρμακεία, έστω και με ελεύθερες τιμές πώλησης.

Στις σελίδες 94-107 της Εργαλειοθήκης παρατίθενται διάφορες πτυχές που αφορούν τα προϊόντα αυτά και περιγράφονται συγκριτικά διάφορα συστήματα που ισχύουν στα Κράτη – Μέλη.

Δίχως να εμβαθύνω στα ζητήματα που εκεί αναλύονται, περιορίζομαι σε κάποιες επισημάνσεις.

Το ζήτημα των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. εξετάζεται – ελέγχεται από την Εργαλειοθήκη, (παραθέτοντας και παραδείγματα), υπό τις εξής δύο, κυρίως, εκδοχές:

α. Ως προς την διαφοροποίηση των καναλιών διανομής τους, δηλ. πώληση μόνο από τα φαρμακεία ή και από άλλα σημεία πώλησης (π.χ. ειδικά καταστήματα – υπεραγορές κ.λπ.)

β. Ως προς την απελευθέρωση των τιμών, που ωστόσο μπορεί να ισχύει, είτε τα προϊόντα πωλούνται μόνο στα φαρμακεία, είτε και σε άλλα καταστήματα, δηλαδή ανεξάρτητα από το κανάλι διανομής και το «ιδιοκτησιακό» καθεστώς των φαρμακείων.

Δανείζομαι το παράδειγμα της Εργαλειοθήκης, που αφορά το Γαλλικό σύστημα. Στη Γαλλία τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. πωλούνται αποκλειστικά από τα φαρμακεία, σε απελευθερωμένες ωστόσο τιμές, γεγονός που έχει, κατά την εκτίμηση των συντακτών της Εργαλειοθήκης, θετική επίδραση στον ανταγωνισμό (μείωση των τιμών προς όφελος των καταναλωτών).

Περιγράφεται λοιπόν από την ίδια την Εργαλειοθήκη ένα ικανοποιητικό σύστημα, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται η αποτελεσματικότητά του, που επιτρέπει τον ανταγωνισμό σε επίπεδο τιμών μόνο μεταξύ φαρμακείων, που ανήκουν κατά κυριότητα αποκλειστικά σε φαρμακοποιούς και προσφέρει στον καταναλωτή τα προσδοκώμενα ωφελήματα ενός υγιούς ανταγωνισμού.

Στις σελ. 99 και 100 της Εργαλειοθήκης παρατίθενται ειδικότερα δύο σημαντικοί πίνακες που καταδεικνύουν τη σαφή διαφορετικότητα των συστημάτων στον Ευρωπαϊκό χώρο όσον αφορά: α. Τα κανάλια πώλησης των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. και β. Την τιμή πώλησης (διατίμηση ή ελεύθερη).

Διαπιστώνουμε επομένως ότι η ΕΡΓΑΛΕΙΟΘΗΚΗ γνωρίζει πλήρως την διαφορετικότητα των συστημάτων που ισχύουν στις διάφορες Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δίχως βεβαίως να προτείνει τη σύγκλιση ή εναρμόνισή τους ή να διατυπώνει την οποιαδήποτε ενόχληση ή δυσφορία για την εν λόγω διαφορετικότητα. Με έκπληξη ωστόσο παρατηρούμε ότι στην περίπτωση της Ελλάδας η Εργαλειοθήκη προτείνει και την ανατροπή του «ιδιοκτησιακού» καθεστώτος των φαρμακείων και την πώληση των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. από άλλα καταστήματα και την απελευθέρωση των τιμών τους. Ό,τι δηλαδή πιο φιλελεύθερο υπάρχει σε παγκόσμιο επίπεδο, το οποίο ωστόσο δεν αντιλαμβάνομαι ότι συμβαίνει σωρευτικά σε οποιαδήποτε άλλη Χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αλλά εδώ σημειώνεται και το εξής… ΠΑΡΑΞΕΝΟ.

Παρακολουθήστε τον συλλογισμό.

Στην απόφαση της Συνόδου των Αρχηγών των Κρατών της Ευρωζώνης αναφέρεται ότι η Ελληνική Κυβέρνηση πρέπει «να υιοθετήσει περισσότερο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις… α. συμπεριλαμβανομένης της ιδιοκτησίας των φαρμακείων και β. εκτός από τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., τα οποία θα συμπεριληφθούν σε επόμενο βήμα…»

Παρατηρούμε εν προκειμένω ότι προηγείται η νομοθετική ρύθμιση του ενός ζητήματος από το άλλο. Σημαίνει κάτι αυτή η σειρά δράσεων, σε διάφορο χρόνο εκτέλεσης; Ας το δούμε.

Δεχθήκαμε ήδη ότι ο ανταγωνισμός στο φαρμακείο μπορεί να είναι πρόσφορος μόνον ως προς τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. (αποκλείεται στο φάρμακο και είναι ήδη ενεργός στα cosmetics κ.λπ.)

Ο ανταγωνισμός στα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. είναι αντικειμενικά νοητός υπό δύο εκδοχές:

α. Είτε αποκλειστικά μεταξύ φαρμακείων (ανεξάρτητα από το «ιδιοκτησιακό» καθεστώς τους) με απελευθερωμένες τιμές πώλησης.

β. Είτε μεταξύ φαρμακείων (ανεξάρτητα από το «ιδιοκτησιακό» καθεστώς τους) και των λοιπών καταστημάτων (υπεραγορές κ.λπ.) με απελευθερωμένες τιμές πώλησης.

Οποιαδήποτε από τις παραπάνω δύο εκδοχές προκριθεί για την Ελλάδα, τότε ο στόχος της ανάπτυξης του ανταγωνισμού στον κλάδο των φαρμακείων, τον οποίο ευγγελίζεται η Εργαλειοθήκη, θα έχει πραγματωθεί και ολοκληρωθεί ως εξής:

α. Στο φάρμακο: απρόσφορος ο ανταγωνισμός για τους λόγους που αναφέρθηκαν.

β. Στα cosmetics κ.λπ.: ήδη ενεργός μεταξύ των φαρμακείων και των άλλων καναλιών.

γ. Στα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.: σε επικείμενη εξέλιξη, υπό μία από τις ανωτέρω δύο εκδοχές.

Επομένως, εφόσον ο ανταγωνισμός θα αναπτύσσεται κανονικά και ως προς όλα τα παραπάνω σκέλη του στον Κλάδο των φαρμακείων και των άλλων συναφών καταστημάτων λιανικής (πλην φαρμάκων, ως απρόσφορος), όπως είναι ο δηλούμενος στόχος της Εργαλειοθήκης, ΤΟΤΕ ποιος ο λόγος της παρέμβασης ώστε να πληγεί και το «ιδιοκτησιακό» καθεστώς των φαρμακείων, με την είσοδο στον κλάδο μη φαρμακοποιών και πώς και με ποιον τρόπο οι τελευταίοι θα εισφέρουν κάτι περισσότερο στον ανταγωνισμό;

Καινοτόμες ιδέες (όπως διατείνεται η Εργαλειοθήκη) για την προώθηση των πωλήσεών τους μπορεί να έχουν και οι φαρμακοποιοί στα φαρμακεία τους. Τι καλύτερο θα προσφέρουν οι «εξωτικοί» (μη φαρμακοποιοί);

Η εύρεση κεφαλαίων από τους Έλληνες φαρμακοποιούς για τη στήριξη των επιχειρήσεών τους θα ήταν ευχερέστερη αν ο ΕΟΠΥΥ εξοφλούσε ακριβόχρονα τους λογαριασμούς των φαρμακείων και οι Ελληνικές Τράπεζες δεν περιόριζαν τις χορηγήσεις (κεφάλαια κίνησης).

Η δημιουργία οικονομιών κλίμακος κ.λπ. σε διάφορες εκδοχές, θα ήταν εφικτή και από τους φαρμακοποιούς, εφόσον το επέτρεπε το νομοθετικό πλαίσιο. Επομένως, όλα όσα ισχυρίζεται η Εργαλειοθήκη, θα μπορούσαν να γίνουν από τους φαρμακοποιούς ιδιοκτήτες των φαρμακείων, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, δίχως τη χρεία των «εξωτικών».

Ωστόσο, αν παρ’ ελπίδα και υπό τις σημερινές θλιβερές συνθήκες, οι «εξωτικοί» κεφαλαιούχοι εισέλθουν στον Κλάδο, θα αποκτήσουν άμεσα συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των φαρμακοποιών, καθόσον η οικονομική ευρωστία τους θα τους επιτρέψει να αντέξουν τις παραπάνω «κακουχίες» (οικονομική αδυναμία ΕΟΠΥΥ – τραπεζικοί περιορισμοί χορηγήσεων) που ίσως μάλιστα να είναι και καλοδεχούμενες, σε αντίθεση με τους φαρμακοποιούς, που έχουν ήδη λυγίσει.

Το φαινόμενο όμως αυτό θα ήταν η φωτογραφία ενός καθ’ όλα ΑΘΕΜΙΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ σε βάρος των φαρμακοποιών ιδιοκτητών φαρμακείων και προς όφελος των κεφαλαιούχων, μη φαρμακοποιών, ιδιοκτητών φαρμακείων. Φαινόμενο προφανώς αποκρουστέο και ηθικά και πολιτικά, η ανάδειξη του οποίου θα ήταν επικοινωνιακά ωφέλιμη.

Επομένως, αν νομοθετηθεί στην Ελλάδα η πώληση των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. και από άλλα σημεία πώλησης και μάλιστα με απελευθερωμένες τιμές, τότε δεν θα είναι αναγκαία και η ανατροπή του «ιδιοκτησιακού», αφού το «ιδιοκτησιακό» θα είναι παντελώς αδιάφορο για τον ενεργό και αναπτυσσόμενο ανταγωνισμό μεταξύ φαρμακείων (με ιδιοκτήτες φαρμακοποιούς) και των άλλων καταστημάτων λιανικής. Θα έχει επομένως ικανοποιηθεί ο στόχος της Εργαλειοθήκης για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στον Κλάδο των φαρμακείων σε όλα τα εφικτά επίπεδα και θα μπορούσε το ζήτημα να μείνει εκεί.

Ωστόσο η απορία μένει. Γιατί το «ιδιοκτησιακό» ρυθμίζεται σε πρώτο χρόνο και γιατί σε δεύτερο τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.; Μήπως η ταυτόχρονη ή αντίστροφη χρονικά ρύθμισή τους θα αναδείκνυε ως μη αναγκαία την «ανατροπή» του «ιδιοκτησιακού», προκαλώντας την έντονη αντίδραση των φαρμακοποιών και την εξέγερση της κοινής λογικής;

Σίγουρα κάτι ξενίζει!!! Σε κάθε περίπτωση, λόγω του «γκρίζου» φόντου, θα άξιζε τον κόπο να μάθει κανείς την αιτιολογία.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Εκτιμώ ότι η Εργαλειοθήκη δεν περιλαμβάνει βάσιμους ουσιαστικούς και νομικούς λόγους, ικανούς να οδηγήσουν σωρευτικά στην απελευθέρωση του «ιδιοκτησιακού» καθεστώτος των φαρμακείων και στην πώληση, χωρίς διατίμηση, των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. και από άλλα κανάλια λιανικής πώλησης.

Σε κάθε περίπτωση, η πιο εύλογη και δίκαιη εναλλακτική ρύθμιση θα ήταν:

α. Η ιδιοκτησία των φαρμακείων παραμένει αποκλειστικά στους φαρμακοποιούς.

β. Τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. πωλούνται αποκλειστικά από τα φαρμακεία με ελεύθερες τιμές.

Ο Ανταγωνισμός στον Κλάδο θα αναπτύσσεται έτσι σε όλα τα πρόσφορα πεδία του. Υιοθέτηση του Γαλλικού μοντέλου.

 

Ωστόσο, στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να αναφερθώ και στο προταθέν από τον Κλάδο Γερμανικό μοντέλο.

Στις 12-13 Αυγούστου 2015 συνόδευσα την ηγεσία του Κλάδου στις επαφές τους με τον τέως Υπουργό Υγείας Π. Κουρουμπλή.

Τέθηκε σε γνώση του το Γερμανικό σύστημα στο οποίο και συμφώνησε, χωρίς ωστόσο να λυθεί τότε το ζήτημα για άλλους λόγους.

Το Γερμανικό μοντέλο το παρουσιάζω μέσω δύο παραπομπών:

Παραπομπή πρώτη: Στην ενημερωτική «μπροσούρα» του Ομοσπονδιακού Φαρμακευτικού Συλλόγου της Γερμανίας αναφέρονται για τα επίμαχα ζητήματα τα εξής:

«1. Απαγόρευση στην ιδιοκτησία (φαρμακείων) από τρίτους και στην συνιδιοκτησία αυτών.

Στη Γερμανία επιτρέπεται μόνο σε φαρμακοποιούς η λειτουργία φαρμακείου. Αυτή η αρχή εξασφαλίζει τον κατάλληλο φαρμακευτικό εφοδιασμό του κοινού. Η απαγόρευση ιδιοκτησίας από τρίτους και της συν-ιδιοκτησίας υπογραμμίζει την προσωπική ευθύνη που έχουν οι αυτοαπασχολούμενοι φαρμακοποιοί στον τομέα της υγείας. Η απαγόρευση διαχωρίζει τον εφοδιασμό φαρμάκων από το αποκλειστικό κίνητρο των εταιρειών για τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Αυτό διασφαλίζει ένα ιδανικό πλαίσιο για μία ανεξάρτητη παροχή υπηρεσιών προς τους ασθενείς. Στην απόφαση της 19ης Μαΐου 2009, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΚ) επιβεβαίωσε ότι η απαγόρευση για την ιδιοκτησία από τρίτους στη Γερμανία είναι ένα αποδεκτό και αποτελεσματικό εργαλείο για την προστασία του καταναλωτή.

Εάν η ιδιοκτησία από τρίτους και η συν-ιδιοκτησία επιτρεπόταν, η πώληση φαρμάκων θα ήταν πλήρως εξαρτημένη από εμπορικά κριτήρια. Επιπλέον, τα ολιγοπώλια που θα διαμορφώνονταν με τη μορφή των φαρμακείων – αλυσίδων, τα οποία θα ήταν προσανατολισμένα στην επίτευξη των οικονομικών στόχων των μετόχων τους, δεν θα εξασφάλιζαν χαμηλότερες τιμές. Η απαγόρευση της ιδιοκτησίας από τρίτους και της συν-ιδιοκτησίας είναι ένα μέσο για την προστασία του καταναλωτή, το οποίο είναι επιτρεπτό για τα συστήματα υγείας των κρατών – μελών δυνάμει του άρθρου 152 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

  1. Προστασία καταναλωτή

Στη Γερμανία ισχύουν διάφορες ρυθμίσεις για την προστασία του καταναλωτή. Όλα τα συνταγογραφούμενα φάρμακα έχουν την ίδια τιμή σε κάθε φαρμακείο ανά την επικράτεια. Τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. επιτρέπεται να πωλούνται μόνο από αδειοδοτημένα φαρμακεία. Επιπλέον, οι Γερμανοί φαρμακοποιοί έχουν αναλάβει και δικές τους πρωτοβουλίες για την βελτίωση της προστασίας του καταναλωτή, όπως π.χ. τη διαχείριση της φαρμακευτικής αγωγής (medication management).

Παραπομπή δεύτερη: Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-171 και C-172/2007 της 19-05-2009 ενώπιον του Δ.Ε.Κ. τέθηκε προς κρίση η νομιμότητα του Γερμανικού συστήματος που απαγορεύει την ιδιοκτησία φαρμακείου από μη φαρμακοποιό.

Θυμίζω ότι το Δ.Ε.Κ. έκρινε συμβατή την περιοριστική αυτή ρύθμιση για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.

Ακολουθεί η καταγραφή του γερμανικού συστήματος, όπως περιγράφεται στις παραπάνω αποφάσεις του Δ.Ε.Κ.:

Η Γερμανική Νομοθεσία

«Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου περί φαρμακείων (Gesetz über das Apothekenwesen), που δημοσιεύθηκε στο BGBl. 1980 I, σ. 1993, όπως τροποποιήθηκε από την κανονιστική απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 2006 (BGBl. 2006 I, σ. 2407, στο εξής: ApoG):

«(1)      Προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, τα φαρμακεία έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν τον εφοδιασμό του πληθυσμού με φάρμακα τηρουμένων των διατάξεων του νόμου.

(2)      Ο ενδιαφερόμενος να εκμεταλλευθεί φαρμακείο και μέχρι τρία υποκαταστήματα φαρμακείου χρειάζεται προς τούτο άδεια της αρμόδιας αρχής.

(3)      Η άδεια ισχύει μόνο για τον φαρμακοποιό στον οποίο χορηγείται και μόνο για τους χώρους που ρητώς αναφέρονται σε αυτή.»

6        Το άρθρο 2 του ApoG ορίζει:

«(1)      Η άδεια χορηγείται κατόπιν αιτήσεως, εφόσον ο αιτών:

  1. είναι είτε Γερμανός κατά την έννοια του άρθρου 116 του Θεμελιώδους Νόμου [Grundgesetz], είτε υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κράτους μέλους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο […],
  2. έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα,
  3. έχει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία,
  4. διαθέτει την αξιοπιστία που απαιτείται για τη λειτουργία φαρμακείου,

[…]

  1. η κατάσταση της υγείας του δεν είναι ακατάλληλη για τη διεύθυνση φαρμακείου,

[…]

(4)      Η άδεια εκμεταλλεύσεως περισσοτέρων φαρμακείων χορηγείται, κατόπιν αιτήσεως, αν

  1. ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 έως 3 ως προς κάθε φαρμακείο περί του οποίου πρόκειται,
  2. το φαρμακείο και τα υποκαταστήματα φαρμακείου περί των οποίων πρόκειται βρίσκονται είτε εντός του ίδιου διαμερίσματος [«Kreis»] είτε εντός της ίδιας πόλεως είτε εντός γειτονικών διαμερισμάτων ή πόλεων.

(5)      Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στην περίπτωση εκμεταλλεύσεως περισσοτέρων φαρμακείων, λαμβανομένου υπόψη ότι

  1. ο έχων την εκμετάλλευση του φαρμακείου υποχρεούται σε αυτοπρόσωπη διεύθυνση αυτού,
  2. για κάθε υποκατάστημα φαρμακείου ο έχων την εκμετάλλευση υποχρεούται να διορίζει γραπτώς υπεύθυνο φαρμακοποιό, ο οποίος οφείλει να εγγυάται την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο παρών νόμος και η σχετική με τους διαχειριστές φαρμακοποιούς κανονιστική απόφαση όσον αφορά τη διεύθυνση του φαρμακείου.

[…]»

7        Το άρθρο 7 του ApoG ορίζει:

«Η άδεια υποχρεώνει σε αυτοπρόσωπη διεύθυνση του φαρμακείου με ιδία ευθύνη. […]»

8        Το άρθρο 8 του ApoG έχει ως εξής:

«Περισσότερα πρόσωπα μπορούν να διατηρούν από κοινού φαρμακείο μόνον υπό τη μορφή εταιρίας του αστικού δικαίου ή ομόρρυθμης εταιρίας· στις περιπτώσεις αυτές όλοι οι εταίροι πρέπει να διαθέτουν άδεια. […]»

9        Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του ApoG ορίζει:

«Μετά τον θάνατο του δικαιούχου της άδειας, οι κληρονόμοι του δύνανται να αναθέτουν τη διεύθυνση του φαρμακείου σε φαρμακοποιό, για διάστημα δώδεκα μηνών κατ’ ανώτατο όριο.»

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω συστήματα των κυρίαρχων Κρατών της Ευρωζώνης (Γερμανία – Γαλλία), που δεν διαφέρουν ουσιωδώς από το Ελληνικό σύστημα, γεννάται το εύλογο ερώτημα γιατί επιβάλλεται το ακριβώς αντίθετο στην περίπτωση της Ελλάδας. (Μήπως από ατυχία ή παραπληροφόρηση;)

 

Β. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετασθεί το νομικό υπόβαθρο της Εργαλειοθήκης και της Απόφασης (σύστασης) των 18 Αρχηγών της Ευρωζώνης, καθώς και η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η υποχρέωση της Ελληνικής Κυβέρνησης να ρυθμίσει νομοθετικά τα δύο αυτά ζητήματα.

 

Ι1. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

  1. Το έτος 2010 η Ελληνική Κυβέρνηση υπέγραψε το ΜΝΗΜΟΝΙΟ με τους Πιστωτές της και χάριν της συνομολόγησης της δανειακής σύμβασης, ανέλαβε την υποχρέωση της απελευθέρωσης, μεταξύ άλλων, και του επαγγέλματος του φαρμακοποιού.
  2. Με το Ν. 3918/2011 (νόμος Λοβέρδου) υπήρξε η αίσθηση ότι πραγματοποιήθηκε η εν λόγω «απελευθέρωση» με: α. Τη μείωση των πληθυσμιακών ορίων, β. Την επέκταση του ωραρίου λειτουργίας των φαρμακείων και γ. το Rebate.
  3. Με το Ν. 4046/2012 η Ελληνική Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να εκπονήσει μία μελέτη υπό την αιγίδα του ΟΟΣΑ για την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας και να νομοθετήσει τις πλέον ενδιαφέρουσες και ουσιώδεις συστάσεις της, δίχως να αναφέρεται υποχρεωτικά το σύνολο αυτών.
  4. Η μελέτη του ΟΟΣΑ ολοκληρώθηκε και δημοσιεύθηκε με ημερομηνία 27-11-2013, ενώ έγινε γνωστή ως Εργαλειοθήκη Ι ΟΟΣΑ.
  5. Με το νόμο «σκούπα» 4254/2014 (νόμος Γεωργιάδη) ρυθμίσθηκαν τα συναφή θέματα που προαναφέρθηκαν. Έμειναν οι ουρές του «ιδιοκτησιακού» και των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.
  6. Τον Ιούνιο 2015 η Ελληνική Κυβέρνηση δεσμεύθηκε έναντι των Πιστωτών της να νομοθετήσει ρυθμίσεις για το «ιδιοκτησιακό» των φαρμακείων και τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. (δεν γνωρίζω αν υποδείχθηκε ή έγινε τυχαία).
  7. Με το Ν. 4334/16-07-2015 κυρώθηκε η απόφαση της Συνόδου των Αρχηγών Κρατών της Ευρωζώνης και η Ελληνική Κυβέρνηση δεσμεύθηκε, συμμορφούμενη με τις συστάσεις της άνω απόφασης, να ρυθμίσει νομοθετικά τα άνω δύο θέματα.
  8. Με το Ν. 4336/20-09-2015 τροποποιήθηκε το άρθρο 1 του Ν. 1963/1991 και καταργήθηκε το άρθρο 6 Ν. 328/1976 (βλ. αναλυτικά την από 24-08-2015 ανάρτησή μου).
  9. Με την αναμενόμενη (εντός 15ημέρου) Κοινή Υπουργική Απόφαση θα ρυθμισθούν όλα τα εκκρεμούντα ζητήματα της φαρμακευτικής νομοθεσίας (οπωσδήποτε και το «ιδιοκτησιακό»).

 

Κρατώντας στη μνήμη τα παραπάνω δεδομένα, θα εξετασθεί αν η Εργαλειοθήκη, η Απόφαση των Αρχηγών της Ευρωζώνης και η συνακόλουθη δέσμευση της Ελληνικής Κυβέρνησης να νομοθετήσει υποχρεωτικά επί των δύο επίμαχων ζητημάτων, έχει ΕΡΕΙΣΜΑ συγκεκριμένη διάταξη του Πρωτογενούς (Συνθήκες) ή Παράγωγου Κοινοτικού Δικαίου (Κανονισμός – Οδηγία).

 

Ι2. ΤΑ ΝΟΜΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Α. ΤΟ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

α. Το άρθρο 168 της Ενοποιημένης Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην 152 της Σ.Ε.Κ.) αναδεικνύει την προστασία της δημόσιας υγείας ως ύψιστο «διακύβευμα» το οποίο οφείλει αυτή να εξασφαλίζει. Χάριν του διακυβεύματος αυτού, όπως έχει κρίνει και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) με πολυάριθμες αποφάσεις του, ακόμη και οι βασικές ελευθερίες που θεσπίζει η Συνθήκη (ελευθερία εγκατάστασης, ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων – υπηρεσιών – κεφαλαίων κ.λπ.) κάμπτονται στο μέτρο που το επιβάλλουν λόγοι προστασίας της δημόσιας υγείας.

β. Το άρθρο 5 της Σ.Ε.Κ. οριοθετεί τις αρμοδιότητες των Ένωσης έναντι αυτών των Κρατών – Μελών. Σύμφωνα με την εκεί θεσπιζόμενη Αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η Ένωση ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα Κράτη – Μέλη με τις Συνθήκες. Κάθε αρμοδιότητα που δεν απονέμεται στην Ένωση με της Συνθήκες ΑΝΗΚΕΙ στα Κράτη – Μέλη.

Σύμφωνα επίσης με την Αρχή της Επικουρικότητας που προβλέπει το ίδιο άρθρο, στους τομείς που δεν υπάγονται στην αποκλειστική της αρμοδιότητα, η Ένωση παρεμβαίνει μόνον εφόσον και κατά το βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα Κράτη – Μέλη.

γ. Οι συντάκτες της Ενοποιημένης Συνθήκης όρισαν με το άρθρο 168 ότι «η δράση της Ένωσης αναπτύσσεται χωρίς να θίγονται οι ευθύνες των Κρατών – Μελών όσον αφορά τη διαμόρφωση της πολιτικής τους στον τομέα της υγείας, καθώς και την οργάνωση και την παροχή υγειονομικών υπηρεσιών και ιατρικής περίθαλψης».

Επομένως είναι σαφές: Με βάση τις Συνθήκες, όπως έχει κρίνει και το Δ.Ε.Κ., τα Κράτη – Μέλη είναι αρμόδια να ρυθμίζουν κατά το δοκούν τα ζητήματα υγείας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το καθεστώς λειτουργίας των φαρμακείων, όπως έχει κρίνει και το Δ.Ε.Κ.

Στο πλαίσιο των ανωτέρω Αρχών:

Η Οδηγία 2005/36/ΕΚ, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (συμπεριλαμβανομένων των φαρμακοποιών), που κρίθηκε (βάσει των παραπάνω Αρχών) ότι πρέπει να αναληφθεί σαν δράση από την Ένωση και όχι από τα Κράτη – Μέλη, ορίζει ειδικά ότι: «Η γεωγραφική κατανομή των Φαρμακείων και το μονοπώλιο διανομής φαρμάκων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η παρούσα οδηγία διατηρεί αμετάβλητες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν στις εταιρείες την άσκηση ορισμένων φαρμακευτικών δραστηριοτήτων ή εξαρτούν την εν λόγω άσκηση από ορισμένες προϋποθέσεις». (Σκέψη 26)

  • Η Οδηγία 2006/123/ΕΚ σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά της Ένωσης ορίζει ότι:

α. «Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η δημόσια υγεία, η προστασία των καταναλωτών, η υγεία των ζώων και η προστασία του αστικού περιβάλλοντος αποτελούν επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Αυτοί οι επιτακτικοί λόγοι μπορούν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή συστημάτων χορήγησης άδειας και άλλους περιορισμούς. Ωστόσο, κανένα τέτοιο σύστημα χορήγησης άδειας ή περιορισμός δεν θα πρέπει να προβαίνει σε διακρίσεις λόγω ιθαγένειας. Επιπλέον, θα πρέπει πάντοτε να τηρούνται οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας». (Σκέψη 56)

β. «Επιβάλλεται να προβλεφθεί ότι η διάταξη περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν εμποδίζει το κράτος μέλος όπου παρέχεται η υπηρεσία να επιβάλει … τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του που είναι απαραίτητες για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας ή για την προστασία της δημόσιας υγείας ή του περιβάλλοντος». (Σκέψη 78)

 

Β. Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Δ.Ε.Κ.

Υπέρτατος κριτής για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου είναι το Δ.Ε.Κ. Σε αυτό υποκλίνονται ΟΛΑ τα Κοινοτικά Όργανα και Θεσμοί.

Το Δ.Ε.Κ. λοιπόν, για τα εξεταζόμενα θέματα που αφορούν τον Κλάδο, έκρινε τα εξής:

α. Ως προς τα πληθυσμιακά και αποστασιακά όρια:

Στις συνεδικασθείσες υποθέσεις C-570/2007 και C-571/2007 της 01-06-2010, ότι είναι συμβατές προς το Κοινοτικό Δίκαιο Εθνικές ρυθμίσεις που θεσπίζουν:

  • Πληθυσμιακά κριτήρια κατά τη χορήγηση των αδειών ιδρύσεως νέων φαρμακείων και
  • Περιορισμούς ελάχιστης απόστασης μεταξύ υπό λειτουργία ή λειτουργούντων φαρμακείων.

Η νομική και ουσιαστική βάση: Η προστασία της δημόσιας υγείας για τους εκεί αναλυτικά αναφερόμενους πολύ σημαντικούς λόγους.

β. Ως προς το ωράριο λειτουργίας

Στην υπόθεση C-393/2008 της 01-07-2010 το ΔΕΚ έκρινε ότι Εθνική ρύθμιση που ορίζει (ή περιορίζει) το ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων δεν αντίκειται σε διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου.

γ. Ως προς το «ιδιοκτησιακό – συνιδιοκτησία» φαρμακείων

  1. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-171 και C-172/2007 της 19-05-2009 (που αφορά το Γερμανικό «μοντέλο») και στην υπόθεση C-531/2006 της 19-05-2009 (που αφορά το Ιταλικό «μοντέλο»), το ΔΕΚ έκρινε ότι η απαγόρευση που επιβάλλεται στους µη φαρµακοποιούς να διατηρούν και να εκµεταλλεύονται φαρµακείο ή να αποκτούν µερίδια συµµετοχής σε εταιρίες εκµεταλλεύσεως φαρµακείων συνιστά περιορισµό στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Ωστόσο, ο περιορισµός αυτός δύναται να δικαιολογηθεί από τον σκοπό που συνίσταται στην εγγύηση του ασφαλούς και µε ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασµού του πληθυσµού µε φάρµακα (επίκληση δημοσίου συμφέροντος), αποφαίνεται δε καταληκτικά ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων που θεσπίζουν οι Συνθήκες της Ε.Ε. δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση µη επιτρέπουσα σε πρόσωπα τα οποία δεν έχουν την ιδιότητα του φαρμακοποιού να διατηρούν και να εκμεταλλεύονται φαρμακείο.

 

Γ. Η  ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ (Σ.τ.Ε.)

Το Σ.τ.Ε. με την υπ’ αρ. 229/2014 απόφασή του έκρινε ότι «Τα φαρμακεία δεν αποτελούν αμιγώς εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά ιδιότυπα καταστήματα, στα οποία συνδυάζεται η υπεύθυνη επιστημονική δραστηριότητα και η κοινωνική αποστολή με την εμπορική εκμετάλλευση. Περαιτέρω, εκ του λόγου ότι τα διατιθέμενα στα φαρμακεία αγαθά, αναγκαία για τη διαφύλαξη και την αποκατάσταση της ανθρώπινης υγείας, είναι ζωτικής σπουδαιότητος για το κοινωνικό σύνολο, υφίσταται έντονο κρατικό ενδιαφέρον για τη ρύθμιση τόσο της ασκήσεως όσο και της προσβάσεως στο επάγγελμα του φαρμακοποιού, το οποίο συνδέεται αρρήκτως με την προστασία της δημόσιας υγείας. Συνεπώς, η εξασφάλιση της βιωσιμότητος των φαρμακείων, και μάλιστα υπό συνθήκες λειτουργίας τους εκτός όρων ελεύθερου ανταγωνισμού, καθώς και η ορθολογική και ισόρροπη κατανομή τους σε ολόκληρη την Χώρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο άμεσος και με ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασμός του συνόλου του πληθυσμού με τα αναγκαία φάρμακα, αποτελούν επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι δικαιολογούν την επιβολή περιορισμών όχι μόνο στην άσκηση, αλλά και στην πρόσβαση στο επάγγελμα του φαρμακοποιού προσώπων που συγκεντρώνουν, κατ’ αρχήν, τα νόμιμα προσόντα για την άσκησή του. Εξ άλλου, εφόσον το κόστος των χορηγουμένων από τα φαρμακεία φαρμάκων καλύπτεται, κατά ένα μεγάλο μέρος, από τους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, η υπερβολική και άνευ ευλόγου αιτίας λήψη φαρμάκων εκ μέρους των ασφαλισμένων, έχει ως συνέπεια την κατασπατάληση των περιορισμένων οικονομικών πόρων που διατίθενται από τον κρατικό προϋπολογισμό στους ασφαλιστικούς οργανισμούς για την υγειονομική περίθαλψη των ασφαλισμένων. Συνεπώς, εκτός των προαναφερθέντων λόγων, και ο σκοπός της αποτροπής του κινδύνου σοβαράς διαταράξεως της οικονομικής ισορροπίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, συνιστά επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την επιβολή περιορισμών τόσο στην άσκηση όσο και στην πρόσβαση στο επάγγελμα του φαρμακοποιού».

 

ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Οι Συνθήκες και το Παράγωγο Κοινοτικό Δίκαιο δεν επιβάλλουν τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας των φαρμακείων ομοιόμορφα εφαρμοστέων σε όλες τις Χώρες της Ένωσης, όπως είναι το «ιδιοκτησιακό» και τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.

Αντίθετα, το Παράγωγο Δίκαιο (Οδηγίες) ορίζει ρητά ότι τα Κράτη – Μέλη διατηρούν την ευχέρεια ρύθμισης των συναφών θεμάτων κατά το δοκούν, δηλ. κατά την ανέλεγκτη κρίση τους.

Το Δ.Ε.Κ. και το Σ.τ.Ε. έκριναν ως συμβατούς προς το Κοινοτικό Δίκαιο τους προαναφερθέντες σχετικούς Εθνικούς Περιορισμούς στην οργάνωση και λειτουργία των φαρμακείων. Επιπρόσθετα, το Σ.τ.Ε. έκρινε ότι τα φαρμακεία είναι επιτρεπτό να λειτουργούν και εκτός πλαισίου και συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού.

Επομένως, η επιβολή υποχρέωσης στην Ελληνική Κυβέρνηση για τη νομοθέτηση των συναφών μέτρων, από οπουδήποτε και αν προέρχεται, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΜΙΚΟ ΕΡΕΙΣΜΑ σε οποιαδήποτε διάταξη του Κοινοτικού Δικαίου και ως εκ τούτου ασκείται κατά «κατάχρηση δικαιώματος» και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας που θεσπίζει το άρθρο 5 της Σ.Ε.Κ.

 

ΙΙΙ. ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ ΤΑ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ

Αν παρ’ ελπίδα και για οποιονδήποτε λόγο, η Ελληνική Κυβέρνηση υποχρεωθεί να νομοθετήσει τις επιβληθείσες ρυθμίσεις, ο Κλάδος, όπως έχουν εξαγγείλει τα θεσμικά του Όργανα, θα προσφύγει δικαστικά. Σωστά. Ωστόσο, εδώ τα πράγματα δεν είναι καθόλου ρόδινα. Η προσδοκία δε ότι με δικαστικές αποφάσεις επί αιτήσεων αναστολής (προσωρινή δικαστική προστασία) θα ανασταλούν οι χορηγήσεις αδειών ιδρύσεως φαρμακείων σε φυσικά πρόσωπα, μη φαρμακοποιούς, φοβούμαι ότι θα αποδειχθεί φρούδα για τους παρακάτω ειδικούς λόγους.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι κάποια Περιφέρεια, στηριζόμενη στην εκδοθησόμενη Κ.Υ.Α. που θα ορίσει τις προϋποθέσεις αδειοδότησης των φαρμακείων, εκδίδει απόφαση για χορήγηση άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας φαρμακείου σε Έλληνα ή Ευρωπαίο υπήκοο, μη φαρμακοποιό, ή σε αλυσίδα φαρμακείων.

Θα προκύψουν αμέσως τα εξής νομικά ζητήματα:

α. Ποια είναι η προσβλητέα ή προσβλητές πράξεις.

β. Ποια είναι η νομική βάση της προσφυγής για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.

γ. Ποιο είναι το αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της διαφοράς.

Επί αυτών, εκθέτω τα εξής:

Προσβλητέα Πράξη, πρωτογενώς και αποκλειστικά, είναι η εκδοθησόμενη Κ.Υ.Α. και η σχετική απόφασης της Περιφέρειας.

Δεν είναι προσβλητέα πράξη:

  • Η απόφαση της Συνόδου των 18 Αρχηγών Κρατών της Ευρωζώνης, σε συμμόρφωση προς την οποία υποχρεώθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση στη νομοθέτηση των όποιων επίμαχων μέτρων. Τούτο διότι η απόφαση αυτή αποτελεί στην ουσία σύσταση και δεν προσβάλλεται, σύμφωνα με τις Συνθήκες, αυτοτελώς, ούτε στο Δ.Ε.Κ., ούτε σε οποιοδήποτε Εθνικό Δικαστήριο.
  • Η συναφής εισήγηση των Υπουργών Οικονομικών των Κρατών – Μελών που συγκροτούν το EUROGROUP προς τους Αρχηγούς της Ευρωζώνης, για τους ίδιους παραπάνω λόγους.
  • Η Εργαλειοθήκη Ι του ΟΟΣΑ, καθόσον ο Οργανισμός αυτός δεν αποτελεί Κοινοτικό Θεσμό ή Όργανο, προβλεπόμενο από τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, και εκ του λόγου αυτού οι προτάσεις και συστάσεις του, ούτως ή άλλως, δεν προσβάλλονται ενώπιον του Δ.Ε.Κ.

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει απόφαση Κοινοτικού Οργάνου που παράγει έννομες συνέπειες και είναι κατά τις Συνθήκες προσβλητέα στο ΔΕΚ, η μόνη προσβλητή πράξη είναι η εκδοθησόμενη Κ.Υ.Α. και η σχετική απόφαση της Περιφέρειας και το μόνο καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο να επιληφθεί της υποθέσεως είναι το Διοικητικό Εφετείο της περιοχής που εδρεύει η εκδούσα την αδειοδότηση Περιφέρεια.

Το Διοικητικό Εφετείο ωστόσο, όπως και κάθε Εθνικό Δικαστήριο, αρμόδιο για την εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου, έχει δύο δυνατότητες:

α. Είτε να τάμει τη διαφορά, εφαρμόζοντας κατά την κρίση του το Κοινοτικό Δίκαιο, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις και πεδίο εφαρμογής του.

β. Είτε, σε περίπτωση αμφιβολίας περί την ερμηνεία συγκεκριμένης κοινοτικής διάταξης, να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ, το οποίο ερμηνεύει αυθεντικά την επικαλούμενη διάταξη και κοινοποιεί την απόφασή του στον ερωτώντα Δικαστή προς περαιτέρω κρίση.

Εδώ όμως αρχίζουν οι ιδιαιτερότητες της περίπτωσής μας.

  • Η Απόφαση των Αρχηγών της Ευρωζώνης και η εισήγηση των Υπουργών του EUROGROUP είναι συστάσεις μη επιδεκτικές δικαστικής προσβολής.
  • Τις συστάσεις αυτές τις υιοθέτησε «εθελοντικά» με νόμο η Ελληνική Κυβέρνηση (ως όρο για τη συνομολόγηση μίας δανειακής σύμβασης με τους πιστωτές της και όχι ως υποχρέωση συμμόρφωσης προς κοινοτική διάταξη) και με Κοινή Υπουργική Απόφαση, κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου 4336/2015, θα ρυθμίσει τα σχετικά ζητήματα, συμμορφούμενη προς τις συστάσεις.
  • Η εκδοθησόμενη Κ.Υ.Α. θα περιλαμβάνει μέτρα τα οποία είναι μεν εξοργιστικά φιλελεύθερα, αλλά ωστόσο δεν θα είναι αντίθετα προς οποιαδήποτε ομοιόμορφα εφαρμοστέα στα Κράτη – Μέλη κοινοτική διάταξη.
  • Θυμίζω ότι στον κλάδο των φαρμακείων, οι Χώρες της Ένωσης είναι ελεύθερες να καθορίζουν το σύστημα λειτουργίας τους, είτε αυτό είναι περισσότερο φιλελεύθερο από άλλα ισχύοντα, είτε περισσότερο περιοριστικό (βλ. και τις παρατεθείσες αποφάσεις του ΔΕΚ).

Επομένως τα μέτρα της εκδοθησόμενης Κ.Υ.Α. δεν θα προσκρούουν ούτε σε αντίθετη διάταξη Ελληνικού νόμου ή του Συντάγματος, ούτε σε αντίθετη διάταξη του Κοινοτικού Δικαίου. Ως εκ τούτου, θα παρουσιάζει όλα τα γνωρίσματα μίας καθόλα νόμιμης απόφασης, οπότε η ακύρωσή της από το Διοικητικό Εφετείο σε πρώτη φάση (το Σ.τ.Ε. στη συνέχεια), θα είναι ιδιαίτερα δυσχερής, λόγω ελλείψεως νομικής προς τούτο βάσης.

Επιπρόσθετα και για ειδικότερους ακόμη λόγους που έχουν σχέση με τη φύση της απονομής της προσωρινής δικαστικής προστασίας, θεωρώ εξαιρετικά απίθανο το Διοικητικό Εφετείο να αναστείλει την εκτέλεση μιας Κ.Υ.Α. και μιας απόφασης Περιφέρειας που θα χορηγεί άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας ενός φαρμακείου σε μη φαρμακοποιό, μέχρις εκδόσεως απόφασης, επί της ακυρωτικής προσφυγής που θα ασκηθεί και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν υποτεθεί ότι θα υποβληθεί και προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ (απαιτούμενος χρόνος 6-7 περίπου έτη).

 

Συμπέρασμα: Καταλήγω στην άποψη ότι η Κ.Υ.Α. που θα θεσπίσει τα επίμαχα μέτρα θα είναι νομικά, ουσιαστικά και πρακτικά ΑΠΡΟΣΒΛΗΤΗ. Το μοναδικό νομικό θαύμα στο οποίο θα προσδοκούσα είναι το εξής:

Να γίνει, με κάποιο τρόπο και αιτιολογία, δεκτό από οποιοδήποτε Δικαστήριο ότι, ναι μεν η Κ.Υ.Α. έχει χαρακτηριστικά νομιμότητος, καθόσον δεν είναι αντίθετη προς ουσιαστική Κοινοτική Διάταξη, αλλά ωστόσο το σημείο που πάσχει είναι ότι επιβλήθηκε από τα Κοινοτικά Όργανα στην Ελλάδα να θεσπίσει τα εν λόγω επαχθή, δυσανάλογα και αδικαιολόγητα μέτρα, αντίθετα προς την Αρχή της Αναλογικότητας του άρθρου 5 της ΣΕΚ που ορίζει ότι «Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, το περιεχόμενο και η μορφή δράσης της Ένωσης δεν υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών», σε συνδυασμό πάντα με την Αρχή της Επικουρικότητας (αρμοδιότητα των Κρατών να ρυθμίζουν κατά το δοκούν τα θέματα των φαρμακείων) που προβλέπει το ίδιο άρθρο, όπως ήδη εκτέθηκε. Παράνομη επομένως είναι η επιβολή και ο τρόπος πραγματοποίησής της για τη λήψη των μέτρων και όχι η υφή και το είδος των μέτρων αυτών καθ’ εαυτών. Μία τέτοια ωστόσο εκδοχή θα αποτελούσε σίγουρα ένα σπάνιο νομικό «κέντημα». Ο χρόνος που απαιτείται όμως για τέτοια ευνοϊκή έκβαση υπερβαίνει την πενταετία. Μέχρι τότε όλα ενδεχομένως θα έχουν αλλάξει και θα είναι πλέον αργά.

 

  1. IV. Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Ας υποθέσουμε ότι θα νομοθετηθούν τα επίμαχα μέτρα. Το νέο τοπίο θα εξαρτηθεί ωστόσο από τις ειδικές ρυθμίσεις που θα προκριθούν. Υπάρχουν από ανώδυνες ιδέες και διατυπώσεις, έως και ιδιαίτερα επώδυνες. Θα αναφερθώ για ευνόητους λόγους στις επώδυνες. Τις άλλες τις γνωρίζει άριστα η ηγεσία του Κλάδου και θα προσπαθήσει προφανώς για το καλύτερο με τους κατάλληλους χειρισμούς.

 

Α. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η αναμενόμενη Κ.Υ.Α. νομοθετεί ως εξής:

α. Επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία φαρμακείου από μη φαρμακοποιούς.

β. Επιτρέπεται η δημιουργία «αλυσίδων» από τα παραπάνω πρόσωπα.

γ. Επιτρέπεται η πώληση των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. με απελευθερωμένες τιμές και από άλλα καταστήματα.

 

ΒΑΣΙΚΗ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ: Τα πληθυσμιακά όρια παραμένουν σε ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι οι ενδιαφερόμενοι μη φαρμακοποιοί που θα εισέλθουν στον Κλάδο, είτε πρέπει να λάβουν άδεια ιδρύσεως σε κενή θέση (μάλλον δεν υπάρχουν ή είναι αδιάφορες) είτε να «αγοράσουν» άδεια λειτουργούντος φαρμακείου ή συνταξιοδοτούμενου φαρμακοποιού (συστέγαση – αποσυστέγαση).

 

Β. ΟΙ ΔΙΑΦΑΙΝΟΜΕΝΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

– Το καλό σενάριο: Ουδείς ασχολείται με το ρημαγμένο Ελληνικό Φαρμακείο και την φτωχοποιημένη ελληνική αγορά, λόγω ΕΟΠΥΥ, ποσοστού κέρδους, rebate, μειώσεων τιμών και τα άλλα κακά της μοίρας μας.

– Το κακό σενάριο: Εμφανίζονται ενδιαφερόμενοι. Οι κύριοι δυνητικοί «παίκτες» είναι:

α. Οι Διεθνείς γνωστές αλυσίδες φαρμακείων

β. Οι Υπεραγορές (supermarkets)

γ. Οι Φαρμακαποθήκες

δ. Οι μεγάλες αλυσίδες καλλυντικών κ.λπ.

Εκτιμώ ότι εάν μία από τις παραπάνω επιχειρηματικές οντότητες εισέλθει στον κλάδο των φαρμακείων, την επόμενη ημέρα θα ακολουθήσουν και όλες οι άλλες για λόγους ανταγωνισμού και κτήσης μεριδίων αγοράς. Βέβαιο είναι επίσης ότι οι ενδιαφερόμενοι θα εγκατασταθούν σε διάσπαρτα κεντρικά και κομβικά εμπορικά, ανά περιοχή, σημεία.

Διαβλέπω ωστόσο ότι θα πληγούν τα παραδοσιακά ελληνικά φαρμακεία, ανεξάρτητα από τη θέση τους (εκτός αποκεντρωμένων, χωριά κ.λπ.) για τους εξής λόγους:

  1. Οι μεγάλοι παίκτες θα προβαίνουν σε μαζικές αγορές όλων των προϊόντων και θα επιτυγχάνουν εμφανείς ή αφανείς εκπτώσεις τιμών (στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό), τις οποίες δεν μπορεί να πλησιάσει, ούτε να εξακριβώσει, ο παραδοσιακός φαρμακοποιός.
  2. Ακόμη και στο φάρμακο, η υποχρεωτική συνταγογράφηση της δραστικής ουσίας, σε συνδυασμό με την αυξητική τάση προώθησης γενοσήμων, θα δημιουργήσει ένα «περίεργο» σύστημα, τόσο στη διακίνηση των φαρμάκων, όσο και στις τιμές προμήθειάς τους στη χονδρική, το οποίο θα είναι δυσχερώς επαληθεύσιμο από τον οποιοδήποτε.

Αυξάνεται συνεπώς ο κίνδυνος, πέραν των άλλων, εμπορευματοποίησης του φαρμάκου, με σκοπό την πραγμάτωση κέρδους, προς βλάβη ενδεχόμενα και της δημόσιας υγείας (βλ. σχετικές σκέψεις των αποφάσεων του ΔΕΚ).

  1. Οι παραπάνω επιχειρηματίες δεν θα ενοχλούνται ίσως, σε πρώτη φάση και σε κάποιο βαθμό, από την καθυστέρηση του ΕΟΠΥΥ στην εξόφληση των λογαριασμών. Εάν ο ΕΟΠΥΥ διολισθήσει ακόμη περισσότερο στην αδυναμία της ακριβόχρονης εξόφλησης των λογαριασμών, οι μεν παραπάνω θα έχουν οικονομικές αντοχές και θα υπερισχύσουν κατά κράτος, τα δε παραδοσιακά φαρμακεία θα παραδώσουν τα κλειδιά των επιχειρήσεών τους.

Με λίγα λόγια θα δημιουργηθούν παράπλευρες και πολύπλευρες συνθήκες, πραγματικές ή εικονικές, εμφανείς ή αφανείς, αντικειμενικές ή όχι, οι οποίες θα συνθλίψουν το παραδοσιακό φαρμακείο, δημιουργώντας σε βάρος τους ένα πλαίσιο αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά παρέκκλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Υπ’ αυτή την έννοια ενδεχομένως πληγούν και τα περιφερειακά φαρμακεία, τα οποία, λόγω των αντιξοοτήτων αυτών, θα στερηθούν πελατείας που θα κατευθυνθεί στα νέα σχήματα που θα έχουν υπερπληρότητα και υπερεπάρκεια προϊόντων.

Υπολογίζω επομένως ότι ίσως ο Έλληνας φαρμακοποιός δεν έχει αντιληφθεί επαρκώς τους κινδύνους που εγκυμονούν τα υπό λήψη μέτρα «απελευθέρωσης» της αγοράς.

  1. Δύο λόγια και για τις Ελληνικές Φαρμακαποθήκες, είτε ιδρύσουν, είτε όχι, δικά τους φαρμακεία. Και θα πληγούν και θα ωφεληθούν, διότι:

α. Θα απολέσουν τον τζίρο εκείνο που θα πραγματοποιείται από τα νέα σχήματα και θα αφορά τα εισαγόμενα από αυτά ευθέως από το εξωτερικό, προϊόντα. Σε κάθε περίπτωση θα συμπιεσθεί το κέρδος τους με την παροχή μεγαλύτερων εκπτώσεων προς τα σχήματα αυτά.

β. Αν τα νέα σχήματα επικρατήσουν εμπορικά, οι Ελληνικές Φαρμακαποθήκες θα μετεξελιχθούν σε μεγάλο βαθμό σε logistic centers (third part players) για την εξυπηρέτηση των σχημάτων, με προφανώς μικρότερα περιθώρια κέρδους.

γ. Αν τα νέα σχήματα εισέλθουν στη λιανική, το επόμενο βήμα είναι να εισέλθουν και στη χονδρική. Ενδεχομένως λοιπόν να ιδρύσουν και φαρμακαποθήκες, στερώντας από τις υφιστάμενες ελληνικές και εσωτερικά διακινούμενο, αλλά και εξαγόμενο αντικείμενο.

δ. Αν οι Ελληνικές Φαρμακαποθήκες ιδρύσουν αλυσίδες φαρμακείων, θα αποκτήσουν διπλή ιδιότητα. Και προμηθευτές και ανταγωνιστές λιανοπωλητές. Πιθανώς λοιπόν να διολισθήσουν σε πρακτικές προμήθειας προϊόντων στα φαρμακεία της δύναμής τους σε ελκυστικότερες τιμές, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα φαρμακεία, τα οποία θα τα ανταγωνίζονται πλέον ευθέως, σε βάρος των τελευταίων.

Εκεί ίσως παρατηρηθούν συνθήκες παραβίασης των κανόνων του υγιούς ελεύθερου ανταγωνισμού.

Θα αντιμετωπίσουν ωστόσο και την αντίδραση των παραδοσιακών φαρμακείων και των προμηθευτικών συνεταιρισμών των φαρμακοποιών. Τη δύναμη των τελευταίων και το περιθώριο δράσεών τους δεν το γνωρίζω. Οι ηγεσίες τους ωστόσο είναι και ενήμερες και αποτελεσματικές και βραβεύονται για τις εμπορικές επιδόσεις τους.

ε. Οι ελληνικές φαρμακαποθήκες θα διεκδικήσουν κατά περίπτωση την εταιρική συμμετοχή τους, με οποιοδήποτε ποσοστό προκριθεί, στα χρεωμένα σε αυτές φαρμακεία, δημιουργώντας μεταξύ τους νέα εταιρικά σχήματα. Έτσι θα εξασφαλίσουν τις απαιτήσεις τους, αποκομίζοντας τα κέρδη λειτουργίας, μέχρι, τουλάχιστον, την εξόφληση των χρεών, με ταυτόχρονη υπαλληλοποίηση των φαρμακοποιών. Ωστόσο, αν δημιουργηθούν τέτοιες εταιρικές σχέσεις, η προσοχή και επιμέλεια των φαρμακοποιών κατά τη σύνταξη των εταιρικών συμφωνιών πρέπει να είναι ιδιαίτερη.

Οι παραπάνω αναφερόμενες συνέπειες είναι πρώτες ενδεικτικές σκέψεις. Στην πράξη θα «αυγατίσουν» ραγδαία.

 

ΠΡΟΪΔΕΑΣΑ, λοιπόν, κουραστικά μεν, αλλά επαρκώς ελπίζω.

Ωστόσο, κάθε σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο για την περίπτωση σφάλματος που πρέπει να επανορθώσω.

Ομολογώ ότι η συγγραφή του παρόντος ήταν αρκετά επίπονη λόγω περιορισμένου χρόνου.

Απάντησα όμως και εκ καθήκοντος στον Φαρμακοποιό Αράχοβας και ανιψιό μου, Δημήτρη Ηλιόπουλο, τον οποίο έπεισα πριν κάποια χρόνια να γίνει φαρμακοποιός.

Το ερώτημα: «Πώς γίνεται με τόσα «δίκια», να κόβει ο διάβολος το νήμα πρώτος; Ατυχία; Παραπληροφόρηση; Εκτέλεση εν ψυχρώ;»

«Όλα αυτά, αλλά και πολλά άλλα, μπορεί να συντρέχουν», απαντώ.

Ωστόσο, αν υποθετικά ενεργούσα σαν δικηγόρος του, θα συνιστούσα, ως συμπλήρωμα των εξαιρετικών δράσεων που έχει πραγματοποιήσει η ηγεσία του Κλάδου, τα εξής:

  1. Την εξασφάλιση σοβαρής μελέτης από Διεθνές Οικονομικό – Νομικό Οίκο που θα αντικρούσει ένα προς ένα τα επιχειρήματα της Εργαλειοθήκης και θα αποδεικνύει το νόμω και ουσία αβάσιμο των συστάσεών της.
  2. Την κοινοποίηση της μελέτης αυτής, με συνοπτικό διαβιβαστικό, στους Αρχηγούς των Κρατών της Ευρωζώνης, στους λοιπούς Θεσμούς και στον Διοικητή του ΟΟΣΑ. Έχω την αίσθηση ότι ουδείς από τους παραπάνω ανέγνωσε τις συστάσεις του ΟΟΣΑ και τις σχετικές αιτιολογίες και επιχειρήματα, ιδίως αναφορικά με τα φαρμακεία. Υιοθέτησαν απλά ό,τι τους παραδόθηκε. Ατυχία θα ήταν ο συντάκτης του συγκεκριμένου κεφαλαίου για τα φαρμακεία να είναι π.χ. Ιρλανδός. Είναι ευνόητο να προτείνει το περισσότερο οικείο για αυτόν φιλελεύθερο σύστημα της Χώρας του.

Κάπως έτσι συντάσσονται στην πράξη τέτοιου είδους εκθέσεις.

Δεν το ισχυρίζομαι τυχαία. Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο είναι μέρος του γνωστικού μου αντικειμένου λόγω σπουδών. Υπήρξα επί 8ετία μέλος της Νομικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών για Ευρωπαϊκές Υποθέσεις. Παραστάθηκα τουλάχιστον σε 5 υποθέσεις στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Μετείχα σε δεκάδες συσκέψεων με κοινοτικούς παράγοντες. Έχω αίσθηση και εμπειρία των παραπάνω, αλλά και συνακόλουθη γνώση της φαρμακευτικής νομοθεσίας.

  1. Θα ζητούσα τη συνδρομή Ευρωπαίου Ευρωβουλευτή να καταθέσει «ερώτηση» απευθυνόμενη στον Επίτροπο Υγείας, με την οποία θα τον καλούσε να λάβει θέση επί όλων των αιτιάσεων που θα προβάλλονταν στην ερώτηση.
  2. Θα υπέβαλλα ΑΝΑΦΟΡΑ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με την οποία θα καλούσα την αρμόδια Επιτροπή του να ερευνήσει τις συνθήκες επιβολής των συγκεκριμένων μέτρων για τα φαρμακεία στην Ελλάδα, ενόψει όλου του νομικού και ουσιαστικού οπλοστασίου που θα ήταν δυνατόν να καταρτισθεί και συνοδεύσει την αναφορά. (Για το καθεστώς της αναφοράς παραπέμπω στο παρακάτω Παράρτημα:

http://www.europarl.europa.eu/atyourservice/el/displayFtu.html?ftuId=FTU_2.1.4.html

Οι παραπάνω δράσεις συνιστούν «πίεση», καθόλα εύλογη και νομότυπη, η οποία θα συνόδευε την αρτιότητα του συνδικαλιστικού λόγου.

Θα αποτελούσαν επίσης μέσα ανάδειξης του προβλήματος, το οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί πλέον από τους Θεσμούς με οργανωμένο, πειστικό και επιστημονικό τρόπο και όχι ως «θέσφατο».

Ευχόμενος τα καλύτερα… οψόμεθα.

 

Παράρτημα 1: Εργαλειοθήκη Ι του ΟΟΣΑ

http://www.oecd.org/daf/competition/Greece-Competition-Assessment-2013.pdf

 

Παράρτημα 2: Απόφαση του Δ.E.K. στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C171/07 και C172/07

http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=78515&pageIndex=0&doclang=el&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=316397

 

Παράρτημα 3: Απόφαση του Δ.Ε.Κ. στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑570/07 και C‑571/07

http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=83710&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=210032

 

Παράρτημα 4: Απόφαση Σ.τ.Ε. 229/2014

file:///C:/Users/Grammateia/Downloads/arthro.html

 

Παράρτημα 5: Ομοσπονδιακός Φαρμακευτικός Σύλλογος Γερμανίας

http://www.abda.de/fileadmin/assets/ZDF/ZDF_2015/ABDA_ZDF_2015_Brosch_english.pdf

http://www.abda.de/en/pharmacies-in-germany/ban-on-third-party-and-multiple-ownership/

 

Παράρτημα 6: Απόφαση του Δ.Ε.Κ. στην υπόθεση C-531/06

http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=78517&pageIndex=0&doclang=el&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=656466

 

Παράρτημα 7: Απόφαση του Δ.Ε.Κ. στην υπόθεση C-393/08

http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=79077&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=314354

 

Αθήνα, 30-09-2015

Χρήστος Αρβανίτης

www.arvanitislaw.gr