ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ ΑΠΟΛΟΓΙΩΝ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΩΝ ΣΤΟΝ Ε.Ο.Φ. ΓΙΑ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ (περίπτωση BIOMEDPHARMA LTD)
Τις ημέρες αυτές αποστέλλονται από τον Ε.Ο.Φ. κλήσεις προς φαρμακοποιούς για παροχή απόψεων σχετικά με πωλήσεις φαρμάκων προς την εταιρεία BIOMEDPHARMA LTD, η οποία φέρεται να τα προώθησε περαιτέρω στο εξωτερικό. Διαδικαστικά, ο Ε.Ο.Φ., μετά την αξιολόγηση των εξηγήσεων των φαρμακοποιών, θα εισηγηθεί στον Υπουργό Υγείας το ύψος των επιβλητέων προστίμων.

Στο πρώτο κύμα απολογιών (αφορούσε τις περιπτώσεις δύο φαρμακαποθηκών) η εξέλιξη είναι η εξής:

Ο Ε.Ο.Φ., με απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου στη συνεδρίαση της 18-04-2013, εισηγήθηκε στον Υπουργό Υγείας την επιβολή διοικητικών προστίμων σε βάρος 213 φαρμακοποιών, που συναλλάχθηκαν με τις άνω φαρμακαποθήκες, σύμφωνα με την παρακάτω κατηγοριοποίηση, ανάλογα με την αξία των πωλήσεων (τιμολόγια) και αναμένονται οι αποφάσεις του Υπουργού.

1. Για πωλήσεις αξίας έως 500 ευρώ, πρόστιμο 500 ευρώ.

2. Για πωλήσεις αξίας από 500 έως 1.000 ευρώ, πρόστιμο 1.000 ευρώ.

3. Για πωλήσεις αξίας από 1.000 έως 5.000 ευρώ, πρόστιμο 2.000 ευρώ.

4. Για πωλήσεις αξίας από 5.000 έως 20.000 ευρώ, πρόστιμο 3.000 ευρώ.

5. Για πωλήσεις αξίας από 20.000 έως 50.000 ευρώ, πρόστιμο 6.000 ευρώ.

6. Για πωλήσεις αξίας από 50.000 έως 100.000 ευρώ, πρόστιμο 9.000 ευρώ.

7. Για πωλήσεις αξίας από 100.000 έως 200.000 ευρώ, πρόστιμο 11.000 ευρώ.

8. Για πωλήσεις αξίας πάνω από 200.000 ευρώ, πρόστιμο 13.200 ευρώ.

Όσον αφορά τις αναμενόμενες αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και το ύψος των προστίμων, με βάση την άνω πρόταση του ΕΟΦ, ΠΡΟΣΟΧΗ στα εξής:

Το άρθρο 19 παρ. 12 του Ν.Δ. 96/1973 ορίζει ότι: «Τα διοικητικά πρόστιμα επιβάλλονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, ύστερα από ΠΡΟΤΑΣΗ του Δ.Σ. του Ε.Ο.Φ. και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ».

Ισχύει όμως παράλληλα και το άρθρο 20 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999) που ορίζει ότι: «Το Όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα, δεν μπορεί να εκδώσει πράξη με περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό … της πρότασης».

Η κρατούσα άποψη (θεωρία – νομολογία) δέχεται ότι το Όργανο που αποφασίζει έχει δύο δυνατότητες:

α. Να αποδεχθεί την πρόταση και να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης με όμοιο περιεχόμενο.

β. Να απορρίψει την πρόταση και να απόσχει από την έκδοση απόφασης.

ΔΗΛΑΔΗ, στην περίπτωσή μας, ο Υπουργός Υγείας δικαιούται, είτε να επιβάλει τα προτεινόμενα από τον Ε.Ο.Φ. πρόστιμα, είτε να απορρίψει την πρόταση και να μην εκδώσει (καθόλου) αποφάσεις επιβολής προστίμων. Ο Υπουργός δεν δικαιούται να ελαττώσει ή αυξήσει τα προτεινόμενα από τον Ε.Ο.Φ. πρόστιμα.

2. Οι πωλήσεις φαρμάκων από τα φαρμακεία προς τις φαρμακαποθήκες έγιναν κυρίως το 2012. Τότε ίσχυε η Κ.Υ.Α. ΔΥΓ3α/οικ.82161/24-08-2012, που αναπροσάρμοσε τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19 του Ν.Δ. 96/73 πρόστιμα και όρισε ως μέγιστο το ποσό των 13.200 ευρώ, για την περίπτωση παράβασης του άρθρου 19 παρ. 2 που αφορά την τήρηση των κανόνων της καλής φύλαξης και διάθεσης φαρμάκων από τους φαρμακοποιούς.

Το Δ.Σ. του Ε.Ο.Φ., στη συνεδρίασή του της 18-04-2013 έλαβε υπόψη αυτή τη διάταξη και κατηγοριοποίησε τα πρόστιμα με βάση το μέγιστο επιτρεπόμενο πρόστιμο ύψους 13.200 ευρώ.

ΩΣΤΟΣΟ, η ανωτέρω Κ.Υ.Α. καταργήθηκε και από 29-04-2013 ισχύει η Κ.Υ.Α. ΔΥΓ3α/ΓΠ 32221/29-04-2013 (άρθρο 175), η οποία αύξησε το μέγιστο πρόστιμο από 13.200 ευρώ σε 40.000 ευρώ.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΛΟΙΠΟΝ: Ο Ε.Ο.Φ. και ο Υπουργός Υγείας και στις περιπτώσεις των φαρμακοποιών που πούλησαν φάρμακα στη BIOMEDPHARMA LTD , πρέπει να εφαρμόσουν την πρώτη Κ.Υ.Α. που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της παράβασης, της πραγματοποίησης δηλαδή των πωλήσεων (μέγιστο πρόστιμο 13.200 ευρώ), διαφορετικά, κατά τη διακριτική τους ευχέρεια, να περιορίσουν το ύψος του επιβλητέου μέγιστου προστίμου στο ποσό των 13.200 ευρώ αντί των 40.000 ευρώ, ώστε να μην προκληθεί άνιση μεταχείριση μεταξύ των φαρμακοποιών του πρώτου και δεύτερου (περίπτωση BIOMEDPHARMA) κύματος.

Ως προς την ουσία της υπόθεσης, σημειώνω και τα εξής, πέραν όσων αναφέρονται στη μελέτη που ανάρτησα παλαιότερα στο site www.arvanitislaw.gr, σχετικά με το νομικό καθεστώς που διέπει τις εξαγωγές φαρμάκων.

Η εντύπωση που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία (που δημιουργήθηκε εν πολλοίς από την προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και κάποια μέσα μαζικής ενημέρωσης) είναι ότι η εμφανισθείσα περί το τέλος 2012 έλλειψη φαρμάκων στην ελληνική αγορά δεν οφειλόταν κυρίως στον ανεπαρκή εφοδιασμό της από τους αντίστοιχους παραγωγούς ή εισαγωγείς, αλλά αποκλειστικά στις «παράνομες» εξαγωγές φαρμάκων που έγιναν από 3-4 φαρμακεμπορικές επιχειρήσεις και 400-450 φαρμακεία.

Ως παράνομες δε εξαγωγές χαρακτηρίσθηκαν μόνον εκείνες που πραγματοποιήθηκαν από τις παραπάνω εταιρείες και φαρμακεία. Η προσέγγιση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και σε κάθε περίπτωση δεν συμβάλλει ούτε στην ουσιαστική λύση του προβλήματος, ούτε στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των φορέων που συγκροτούν την αλυσίδα διακίνησης των φαρμάκων, ούτε στην αποκατάσταση της γενικότερης κοινωνικής συνοχής που, όπως όλοι θυμόμαστε, είχε διασαλευθεί βάναυσα το επίμαχο διάστημα.

Όλοι γνωρίζουν και πρωτίστως η Πολιτεία είχε και έχει χρέος να παραδεχθεί, έστω και όψιμα, ότι η έλλειψη των φαρμάκων στην αγορά είχε ως γενεσιουργό αιτία την δραστική μείωση των τιμών τους στην ελληνική αγορά. Τούτο προφανώς απέτρεπε τους παραγωγούς και εισαγωγείς να ασχοληθούν με την ελληνική αγορά.

Παράλληλα, λόγω της δημιουργηθείσας μεγάλης διαφοράς των τιμών στην Ελλάδα, σε σχέση με τις ξένες αγορές, αυξήθηκε το εξαγωγικό ενδιαφέρον των ελληνικών φαρμακεμπορικών επιχειρήσεων, οι οποίες, στο πλαίσιο των νόμιμων ενδοκοινοτικών συναλλαγών προέβησαν σε παράλληλες εξαγωγές και έτσι βελτίωσαν τα ισχνά περιθώρια κέρδους που απολαμβάνουν στην ελληνική αγορά.

Επομένως, η έλλειψη φαρμάκων, οφειλόμενη κυριαρχικά στον ανεπαρκή εφοδιασμό της αγοράς από τους αντίστοιχους παραγωγούς και εισαγωγείς, επιδεινώθηκε από τις παράλληλες εξαγωγές.

Ωστόσο, είναι εδώ κρίσιμο να τονισθεί ότι οι εξαγωγές φαρμάκων στις οποίες είχαν εμπλοκή οι φαρμακοποιοί αντιστοιχούν στο 2% των συνολικών παράλληλων εξαγωγών που διενήργησαν οι φαρμακεμπορικές επιχειρήσεις.

Είναι εύλογο συνεπώς το εξής ερώτημα:

Οι παράλληλες εξαγωγές των υπολοίπων φαρμάκων, αξίας άνω του 1 δις ευρώ το έτος 2011, θεωρούνται νόμιμες;

Η απάντηση στο ερώτημα εξαρτάται από την ερμηνεία που δίδεται στην παρακάτω διάταξη του άρθρου 12Α του Ν.Δ. 96/1973.

ΑΡΘΡΟ 12Α:

1. Μετά την κάλυψη των αναγκών που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, οι κάτοχοι άδειας χονδρικής πώλησης φαρμάκων δύνανται να εξάγουν φάρμακα ανθρώπινης χρήσης μόνο εφόσον προμηθεύτηκαν τα εξαγόμενα φάρμακα απευθείας από φαρμακευτικές επιχειρήσεις. Οι ταινίες γνησιότητας των εξαγόμενων φαρμάκων ακυρώνονται διά διαγραφής με ανεξίτηλο μελάνι και ο ειδικός αριθμός έγκρισής τους καταχωρείται σε κατάσταση που αποστέλλεται στον Ε.Ο.Φ. όπου και φυλάσσεται επί διετία. Για την παρακολούθηση της επάρκειας της αγοράς σε φάρμακα ανθρώπινης χρήσης, τα σχετικά παραστατικά προμήθειας των εν λόγω φαρμάκων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, φυλάσσονται υποχρεωτικά επί διετία και είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμα για έλεγχο από τους αρμόδιους φορείς.

2. Οι κάτοχοι άδειας χονδρικής πώλησης φαρμάκων που πραγματοποιούν εξαγωγές σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πωλούν απευθείας και μόνο σε πρόσωπα που έχουν άδεια να διαθέτουν φάρμακα, κατά το δίκαιο του Κράτους Μέλους προορισμού. Τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα που εξάγονται πρέπει να έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας στο Κράτος προορισμού από τον εισαγωγέα τους και παράλληλα φάρμακα που εξάγονται σε τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης να έχουν έγκριση από τον Ε.Ο.Φ. και να εξάγονται από τους παραγωγούς τους.

3. Για τη διασφάλιση της γνησιότητας των εξαγόμενων φαρμάκων, οι φαρμακαποθήκες που πραγματοποιούν εξαγωγές δεν διαμεσολαβούν για εξαγωγές άλλων φαρμακαποθηκών.

(Σημείωση: Η διάταξη αυτή είναι σε ισχύ και δεν έχει κριθεί δικαστικά ως αντίθετη προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε, παρόμοια διάταξη –υποχρέωση δηλαδή κάλυψης των αναγκών της εσωτερικής αγοράς- περιλαμβάνει και η πρόσφατη Κ.Υ.Α. ΔΥΓ3α/ΓΠ32221/29-04-2013, στο άρθρο 106).

Ερμηνεύοντας λοιπόν τη διάταξη αυτή, εάν γίνει δεκτό ότι είναι επιτρεπτές μόνο οι παράλληλες εξαγωγές των φαρμάκων που υπερβαίνουν σε ποσότητα τις ανάγκες κάλυψης της εσωτερικής αγοράς, τότε όλες οι άλλες εξαχθείσες ποσότητες φαρμάκων που έλειψαν από τους Έλληνες ασθενείς έγιναν παρανόμως.

Ερωτήματα: Έχει θεσπίσει η Πολιτεία μηχανισμούς υπολογισμού των αναγκών της ελληνικής αγοράς και, αν ναι, ερεύνησε αν και πόσες ποσότητες φαρμάκων που έλειψαν από τους Έλληνες ασθενείς, εξάχθηκαν παρανόμως (κατά παράβαση της άνω διατάξεως) στο πλαίσιο των παράλληλων εξαγωγών, αποδίδοντας τις ανάλογες αντίστοιχα ευθύνες;

Προφανώς όχι. Ωστόσο, επειδή για κάθε κακό υπάρχει και φταίχτης που πρέπει να τιμωρηθεί, να δούμε πώς και σε ποιους απέδωσε η Πολιτεία ευθύνες και παραβατικές συμπεριφορές.

α. Στις φαρμακαποθήκες που εξήγαγαν φάρμακα κατά παράβαση της υποχρέωσης κάλυψης της ελληνικής αγοράς, ουδεμία ευθύνη.

β. Στους αρμόδιους φορείς της Πολιτείας, τους επιφορτισμένους με τον έλεγχο της αγοράς φαρμάκων για πλημμελή έλεγχο και παράλειψη οφειλόμενων ενεργειών, ουδεμία ευθύνη.

γ. Στους παραγωγούς και εισαγωγείς που, δικαίως ή αδίκως, δημιούργησαν το πρόβλημα των ελλείψεων, μη εφοδιάζοντας επαρκώς την ελληνική αγορά, πρόστιμο 5.000 ευρώ.

δ. Στις τρεις εμπλεκόμενες στις εξαγωγές εταιρείες αναμένεται η επιβολή κυρώσεων και

ε. Στους 400-450 φαρμακοποιούς απειλούνται πρόστιμα κατά πρόταση του Ε.Ο.Φ. μέγιστου ύψους 13.200 ευρώ, αν όχι μέχρι 40.000 ευρώ για τους φαρμακοποιούς του δευτέρου κύματος (BIOMEDPHARMA), σύμφωνα με τη νέα Κ.Υ.Α.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι στον πιο αδύναμο κλάδο, στους φαρμακοποιούς, οι οποίοι:

α. Αντέδρασαν πρώτοι, μέσω των συνδικαλιστικών τους Οργάνων (Π.Φ.Σ., Φ.Σ.Α. κ.λπ.) και ανέδειξαν το θέμα της έλλειψης των φαρμάκων, επισημαίνοντας τους κινδύνους για τους Έλληνες ασθενείς.

β. Αγωνίζονται ματαίως να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

γ. Είδαν το τζίρο των επιχειρήσεών τους να μειώνεται κατά 50-60%, συνεπεία της μείωσης των τιμών των φαρμάκων και του περιθωρίου κέρδους, του rebate, της απελευθέρωσης του επαγγέλματος κ.λπ.

δ. Δέχονται βροχή κατασχετηρίων από την πλευρά των προμηθευτών τους, ζώντας καθημερινά με το άγχος της κάλυψης των επιταγών τους και τον εφιάλτη του Τειρεσία,

να ΤΙΜΩΡΟΥΝΤΑΙ ΕΚΔΙΚΗΤΙΚΑ, προφανώς κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, σε σχέση με τους λοιπούς εμπλεκόμενους στην αλυσίδα διακίνησης των φαρμάκων.

Γιατί πράγματι, το ύψος των προστίμων που προτείνει σε βάρος τους ο Ε.Ο.Φ. είναι ιδιαίτερα υψηλό, λαμβανομένης υπόψη της οικτρής οικονομικής κατάστασης, στην οποία έχουν περιέλθει και της βαρύτητας της παραβατικής συμπεριφοράς που τους αποδίδεται. Άλλωστε, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι φαρμακοποιοί εξέδωσαν από 1 έως 5 τιμολόγια, μικρής ή μέσης αξίας, στο διάστημα των δύο και πλέον ετών που οι εξαγωγές φαρμάκων είχαν ανέλθει σε αστρονομικά επίπεδα.

Ενεπλάκησαν δε οι φαρμακοποιοί στη διαδικασία αυτή:

1. Είτε από άγνοια της παρανομίας, κατά συγγνωστή νομική και πραγματική πλάνη, θεωρώντας:

α. Ότι η πώληση σε εταιρείες στη λιανική τιμή είναι επιτρεπτή και δεν συνιστά χονδρική πώληση.

β. Ότι, σε κάθε περίπτωση, οι συγκεκριμένες πωλήσεις είναι επιτρεπτές, κινούμενες στο ευρωπαϊκό πλαίσιο των παράλληλων εξαγωγών που έχει δικαστικά κριθεί ως νόμιμο, όπως πειστικά διακινείτο την εποχή εκείνη η εκδοχή αυτή σε διάφορα νομικά και άλλα δημοσιεύματα.

2. Είτε πείσθηκαν, συνηγορούντος του κλίματος της νομικής ασάφειας, ότι τα πωλούμενα φάρμακα θα πωλούνταν σε περιοχές της χώρας που αντιμετώπιζαν παντελή έλλειψη, άρα για καλό σκοπό.

3. Είτε, λόγω της συνδρομής όλων των παραπάνω, επεδίωξαν τη δημιουργία μικρής ρευστότητας για την αντιμετώπιση των αναγκών τους.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί και το εξής, που αφορά κυρίως την περίπτωση των φαρμακοποιών που συναλλάχθηκαν με την BIOMEDPHARMA.

Ο Ε.Ο.Φ., στις πρώτες κλήσεις που απέστειλε στους φαρμακοποιούς, αναφέρει ότι η συγκεκριμένη εταιρεία BIOMEDPHARMA LTD «δεν νομιμοποιείται να κατέχει και να διαθέτει φαρμακευτικά προϊόντα, γιατί δεν διαθέτει άδεια χονδρικής πώλησης φαρμάκων».

Κατά συνέπεια, η εν λόγω εταιρεία θα πρέπει να έχει άλλους καταστατικούς σκοπούς και δραστηριότητες, στοιχεία γνωστά ή άγνωστα στους φαρμακοποιούς που συναλλάχθηκαν μαζί της.

Με βάση την παραδοχή αυτή, γεννάται το παρακάτω ζήτημα:

1. Κατά τη φορολογική νομοθεσία, ως χονδρική πώληση, θεωρείται η πώληση προϊόντων από επιτηδευματία προς επιτηδευματία, με σκοπό την περαιτέρω μεταπώληση.

2. Κατά το Π.Δ. 194/1995, χονδρική πώληση φαρμακευτικών προϊόντων «είναι κάθε δραστηριότητα που συνίσταται στην προμήθεια, κατοχή, εφοδιασμό ή εξαγωγή φαρμακευτικών προϊόντων, εκτός από τη διάθεση στο κοινό» (άρθρο 3 παρ. 1).

3. Κατά το Ν.Δ. 96/1973, «η λιανική πώλησις φαρμακευτικών προϊόντων επιτρέπεται μόνον υπό των νομίμως λειτουργούντων φαρμακείων», βεβαίως με ιατρική συνταγή, σύμφωνα με άλλη διάταξη.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, πολλοί ισχυρίζονται ότι στην έννοια του κοινού περιλαμβάνεται και μία εταιρεία, η οποία οφείλει να έχει στη διάθεσή της φάρμακα λόγω των σκοπών που επιδιώκει ή της πολιτικής που θέλει να εξυπηρετήσει, ενώ ταυτόχρονα υποχρεούται να προμηθεύεται τα φάρμακα αυτά στη λιανική τιμή και μόνον από φαρμακεία, δοθέντος ότι δεν νομιμοποιείται εκ του σκοπού της να τα προμηθεύεται στη χονδρική (παράδειγμα: Γηροκομεία, κλινικές, ναυτιλιακές, ασφαλιστικές εταιρείες κ.λπ., που δύνανται να χορηγούν τα φάρμακα που προμηθεύονται από τα φαρμακεία στους πάσχοντες των οποίων έχουν την ευθύνη, μετά από ιατρική σύσταση, γνώμη και επίβλεψη).

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η BIOMEDPHARMA δεν είχε άδεια χονδρικής πώλησης, όπως βεβαιώνει ο Ε.Ο.Φ., τότε οι φαρμακοποιοί που συναλλάχθηκαν με την άνω εταιρεία και ήταν σε γνώση αυτού, ενδεχομένως βάσιμα να υπέθεταν ότι πώλησαν νομίμως στη λιανική τιμή φάρμακα σε μη φαρμακευτική εταιρεία, άρα σε πρόσωπο που εμπίπτει στην έννοια του κοινού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Π.Δ. 194/1995.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι τα προτεινόμενα από τον ΕΟΦ προς τον Υπουργό πρόστιμα σε βάρος των φαρμακοποιών, με βάση την προαναφερθείσα κατηγοριοποίηση, είναι δυσανάλογα σε σχέση με την βαρύτητα των πράξεων που τους αποδίδονται, λαμβανομένου υπόψη του θολού τοπίου (νομικού και επικοινωνιακού), μέσα στο οποίο κινήθηκαν.

Άλλωστε, μόλις με την πρόσφατη Κ.Υ.Α. Δ.ΥΓ3α/Γ.Π. 32221/29-04-2013 (άρθρα 103, 106 παρ. 1β), ορίσθηκε σαφώς από πού δικαιούνται να προμηθεύονται φάρμακα οι χονδρέμποροι φαρμάκων (εξαιρούνται τα ιδιωτικά φαρμακεία), γεγονός που υποδηλώνει την μέχρι τότε ύπαρξη νομικής ασάφειας ως προς το θέμα αυτό.

Επομένως, θα ήταν θεμιτό να γίνει στον Υπουργό, δεδομένου ότι υποχρεούται να εκδώσει αποφάσεις προστίμων σύμφωνες με την πρόταση του ΕΟΦ, η εξής εύλογη παράκληση:

Να απορρίψει την πρόταση του ΕΟΦ ως προς το ύψος των προτεινόμενων προστίμων.

Ο ΕΟΦ, επανερχόμενος στο θέμα, να κρίνει ατιμώρητες τις πωλήσεις φαρμάκων, μέχρι ενός ορισμένου ύψους, από τα φαρμακεία στις άνω 3 εταιρείες, λόγω συγγνωστής νομικής και πραγματικής πλάνης.

Για τις υπόλοιπες, να προτείνει μειωμένα πρόστιμα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

Έτσι ικανοποιούνται όλες οι πλευρές, λαμβανομένης υπόψη της αντίστοιχης ευθύνης τους, ενώ είναι βέβαιο ότι παρόμοια φαινόμενα δεν θα προκύψουν στο μέλλον λόγω της σαφήνειας των διατάξεων της νέας Κ.Υ.Α.