Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με χθεσινές του αποφάσεις (20-02-2013) απέρριψε αιτήσεις αναστολής φαρμακοποιών που προσέφυγαν ενώπιόν του για ακύρωση αποφάσεων της ΥΠΕΔΥΦΚΑ με τις οποίες τους επιβλήθηκε τέτοια κύρωση.
Είναι προφανές ότι η ΟΡΙΣΤΙΚΗ καταγγελία της σύμβασης φαρμακοποιού με τον ΕΟΠΥΥ ισοδυναμεί με ανάκληση της άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου του, καθόσον δεν νοείται βιώσιμο φαρμακείο χωρίς τη δυνατότητα πώλησης φαρμάκων. Ανεξάρτητα λοιπόν από το είδος και έκταση της παράβασης που επέβαλε την ανωτέρω κύρωση, πρέπει να αναφερθεί η ιστορική διαδρομή και πραγματική σημασία της κύρωσης της ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ της σύμβασης, δυνάμει της οποίας ο φαρμακοποιός δικαιούται να εκτελεί συνταγές των ασφαλισμένων στα ασφαλιστικά ταμεία της χώρας.
Ανέκαθεν οι σχέσεις συνεργασίας φαρμακοποιών και ασφαλιστικών ταμείων, αναφορικά με την παροχή φαρμακευτικής περίθαλψης στους ασφαλισμένους των ταμείων αυτών, διέπονταν από τους όρους των συναπτόμενων συλλογικών συμβάσεων μεταξύ φαρμακευτικών συλλόγων και ασφαλιστικών οργανισμών και τις Κανονιστικές Διατάξεις των διαφόρων ασφαλιστικών ταμείων, στις οποίες προδιαγράφονταν οι υποχρεώσεις των φαρμακοποιών και το κυρωτικό καθεστώς, σε περίπτωση αντισυμβατικής ή παραβατικής συμπεριφοράς τους.
Περισσότερο οργανωμένα, το Π.Δ. 67/2000 κατέστρωσε ένα σύστημα διοικητικού και κυρωτικού μηχανισμού, με βάση το οποίο ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των ασφαλιστικών ταμείων, των ιατρών και των φαρμακοποιών, αναφορικά με την παροχή ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης στους ασφαλισμένους των ταμείων αυτών.
Στο κυρωτικό καθεστώς που θέσπισε το εν λόγω διάταγμα περιλαμβανόταν ως κύρωση και η καταγγελία της σύμβασης με ασφαλιστικό ταμείο, έναντι του οποίου ο φαρμακοποιός επέδειξε παραβατική συμπεριφορά.
Η καταγγελία προβλεπόταν είτε περιορισμένης διάρκειας (έως έξι μήνες) είτε οριστική. Στην τελευταία όμως περίπτωση υπήρχε ρητή πρόβλεψη για τη σύναψη νέας σύμβασης μετά την πάροδο ενός έτους.
Στη συνέχεια, το Π.Δ. 121/2008 αντικατέστησε το προηγούμενο και θέσπισε πληρέστερο μηχανισμό, ανταποκρινόμενο στις νεότερες συνθήκες.
Όσον αφορά τις επιβαλλόμενες κυρώσεις σε βάρος φαρμακοποιών, το εν λόγω διάταγμα, στην αρχική του διατύπωση, προέβλεπε τη δυνατότητα προσωρινής διακοπής της σύμβασης (2 έως 6 μήνες), καθώς και την μονομερή καταγγελία της σύμβασης, με τη ρητή όμως δυνατότητα σύναψης νέας σύμβασης μετά την παρέλευση δύο ετών.
Με νεότερη τροποποίηση του άνω διατάγματος (άρθρο 32 παρ. Γ, παρ. 1 του Ν. 3846/2010), αφαιρέθηκε η δυνατότητα σύναψης νέας σύμβασης μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.
Από τα προαναφερόμενα παρατηρείται ιστορικά μία αυστηροποίηση του κυρωτικού καθεστώτος σε βάρος των φαρμακοποιών, με μία όμως βασική επισήμανση. Μπορούσε να καταγγελθεί οριστικά η σύμβαση με κάποιον ασφαλιστικό οργανισμό, με ή χωρίς τη δυνατότητα μελλοντικής σύναψης νέας σύμβασης, πλην όμως ο φαρμακοποιός είχε τη δυνατότητα να εκτελεί συνταγές ασφαλισμένων άλλων ασφαλιστικών ταμείων, γεγονός που τελικά του εξασφάλιζε, με δυσχέρειες βεβαίως, την επαγγελματική του επιβίωση.
Είναι αυτονόητο ωστόσο ότι, ο ιστορικός νομοθέτης, επιβάλλοντας ως κύρωση την οριστική και διά βίου καταγγελία της σύμβασης φαρμακοποιού με κάποιο ασφαλιστικό οργανισμό, δεν προέβλεψε την ολική σχεδόν απορρόφηση των ασφαλιστικών ταμείων της χώρας από τον ΕΟΠΥΥ.
Το καταλυτικό αυτό γεγονός είναι ιδιαίτερης σημασίας γιατί, υπό τις σημερινές συνθήκες, χωρίς αμφιβολία η οριστική καταγγελία της σύμβασης φαρμακοποιού με τον ΕΟΠΥΥ ισοδυναμεί με τη στέρηση του δικαιώματος στην άσκηση του επαγγέλματός του. Και τούτο γιατί, εάν ένας φαρμακοποιός δεν μπορεί να πωλεί φάρμακα, εκτελώντας συνταγές των ασφαλισμένων του ΕΟΠΥΥ, στον οποίο υπάγεται το 100% του πληθυσμού της χώρας, εξαναγκάζεται κατά βάναυσο τρόπο σε βίαιο κλείσιμο του φαρμακείου του και σε παραίτησή του από το επάγγελμα του φαρμακοποιού.
Είναι κατά συνέπεια καίριας σημασίας η απάντηση στο ερώτημα αν στο αποτέλεσμα αυτό στόχευε ο πρόσφατος νομοθέτης.
Το Σύνταγμα χορηγεί σε κάθε πολίτη το δικαίωμα να ασκεί ελεύθερα το επάγγελμά του στα πλαίσια των κανόνων που θέτει ο νομοθέτης για τη νόμιμη άσκησή του.
Δικαιούται βεβαίως το Κράτος να επιβάλλει κυρώσεις, σε περίπτωση παραβατικών συμπεριφορών, ακόμη και ιδιαίτερα επαχθών.
Ωστόσο, οι κυρώσεις αυτές πρέπει να τελούν σε αναλογία με την βαρύτητα των παραβατικών συμπεριφορών που διαπιστώνονται και σε κάθε περίπτωση η Διοίκηση οφείλει, με την επιβαλλόμενη από το πνεύμα του νόμου επιείκεια, να επιλέγει εκείνες, μεταξύ των προβλεπομένων, που εξυπηρετούν μεν τους σκοπούς του νόμου, επιτρέπουν όμως και στο διοικούμενο την επαγγελματική επιβίωσή του, γιατί διαφορετικά συντρέχει περίπτωση υπέρβασης των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης που δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Επιβάλλεται η τροποποίηση του άρθρου 4 παρ. 15 του Π.Δ. 121/2008, ως προς το σημείο αυτό, γιατί διαφορετικά υπάρχει ορατός κίνδυνος, ενόψει της αυστηρής αντιμετώπισης των φαρμακοποιών από τη Διοίκηση, να θρηνήσουν πολλοί φαρμακοποιοί.
Σημειώνεται ότι η ΥΠΕΔΥΦΚΑ, που έχει αρμοδιότητα επιβολής τέτοιων ποινών, υπάγεται στον