I. Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΙΩΝ ΣΕ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ
(Κλήσεις Φαρμακοποιών από τον Ε.Ο.Φ. προς παροχή απόψεων)

Το τελευταίο διάστημα βρίσκεται στην επικαιρότητα το ζήτημα της έλλειψης βασικών φαρμάκων στην ελληνική αγορά. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος ο Ε.Ο.Φ., με αλλεπάλληλες αποφάσεις του, απαγόρευσε τις παράλληλες εξαγωγές φαρμάκων που βρίσκονται σε έλλειψη, ενώ ταυτόχρονα διενεργεί ελέγχους στην όλη αλυσίδα διακίνησης των φαρμάκων. Το φαινόμενο της έλλειψης αποδίδεται αφενός μεν στον ανεπαρκή και ακανόνιστο εφοδιασμό της αγοράς από τους παραγωγούς, εισαγωγείς και αντιπροσώπους των αντίστοιχων φαρμάκων (ως απόρροια της δραστικής μείωσης των τιμών τους που καθιστά οικονομικά ασύμφορη την κυκλοφορία τους), αφετέρου δε στις παράλληλες εξαγωγές.
Η δεύτερη εκδοχή (παράλληλες εξαγωγές), παρότι συμβάλλει προφανώς σε σαφώς μικρότερο βαθμό από την πρώτη στη δημιουργία του φαινομένου, συγκεντρώνει ωστόσο εντονότερα τα φώτα της δημοσιότητος και τον έλεγχο από τις αρμόδιες Αρχές.
Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη έλεγχοι από κλιμάκια του Ε.Ο.Φ. και Σ.Δ.Ο.Ε. σε φαρμακεμπορικές επιχειρήσεις και φαρμακεία, καθώς και της ΥΠΕΔΥΦΚΑ σε φαρμακεία.
Τα πρώτα ευρήματα, όπως ανακοινώθηκε από το Υπουργείο Υγείας και τον Ε.Ο.Φ., κατέδειξαν ότι δύο τουλάχιστον φαρμακεμπορικές επιχειρήσεις και 300 περίπου φαρμακεία εμπλέκονται σε εξαγωγές φαρμάκων που χαρακτηρίζονται ως παράνομες, ενώ διαφαίνεται η πρόθεση διεύρυνσης των ελέγχων και προς άλλες κατευθύνσεις.
Ήδη ο Ε.Ο.Φ. άρχισε να αποστέλλει σε φαρμακοποιούς κλήσεις προς παροχή απόψεων (απολογία), που πρέπει να παρασχεθούν εγγράφως εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη τους.
Από σχετικά ερωτήματα και συζητήσεις με ενδιαφερόμενους φαρμακοποιούς, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η εμπλοκή τους σε συναλλαγές με φαρμακαποθήκες οφείλετο στους εξής λόγους:
1. Στην άγνοια του γεγονότος ότι η πώληση φαρμάκων σε φαρμακαποθήκες, έστω και με την έκδοση τιμολογίων σε τιμές λιανικής, σύμφωνα με την κρατική διατίμηση, συνιστά παραβατική συμπεριφορά.
2. Στην πεποίθησή τους ότι τελικός προορισμός των πωληθέντων από αυτούς φαρμάκων στις φαρμακαποθήκες ήταν η εσωτερική αγορά, με σκοπό, σύμφωνα με ληφθείσες διαβεβαιώσεις, την κάλυψη τοπικών αναγκών που προκάλεσε ο μη ομαλός και σε κάθε περίπτωση ανεπαρκής εφοδιασμός της από τους παραγωγούς, εισαγωγείς, αντιπροσώπους κ.λπ. των αντίστοιχων προϊόντων.
3. Σε κάθε περίπτωση, στην ευρέως επικρατούσα και νομικά βάσιμη αντίληψη ότι οι παράλληλες εξαγωγές είναι νόμιμες και επιτρεπτές στο πλαίσιο της ελευθερίας των ενδοκοινοτικών συναλλαγών.
Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμάται και η πιεστική ανάγκη των φαρμακοποιών για εξεύρεση ρευστότητος, προκειμένου να εξυπηρετηθούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των επιχειρήσεών τους που δημιουργήθηκαν από την διαρκή αδυναμία των Ασφαλιστικών Ταμείων και του ΕΟΠΥΥ για την συμβατικά συμφωνηθείσα ακριβόχρονη εξόφληση των λογαριασμών τους.
Για την ενημέρωση των φαρμακοποιών και προς διευκόλυνσή τους, θα επιχειρήσω μία συνοπτική καταγραφή του ισχύοντος νομικού πλαισίου που αφορά όλους τους εμπλεκόμενους στην αλυσίδα διακίνησης των φαρμακευτικών προϊόντων, καθώς και του κυρωτικού καθεστώτος σε περίπτωση διαπιστώσεως παραβατικών συμπεριφορών.
Τα βασικά νομοθετήματα που αφορούν το εξεταζόμενο θέμα είναι τα εξής:
1. Το Ν.Δ. 96/1973 «Περί εμπορίας εν γένει των φαρμακευτικών, διαιτητικών και καλλυντικών προϊόντων» (ΦΕΚ Α’ 172/08-08-1973).
2. Ο Ν. 5607/1932 (άρθρο 34) «Περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως της φαρμακευτικής νομοθεσίας».
3. Ο Ν. 1132/1981 (άρθρο 1) «Περί υποχρεωτικής πωλήσεως των φαρμάκων διά των φαρμακείων εις σταθεράς λιανικάς τιμάς».
4. Το Π.Δ. 194/1995 «Σχετικά με τη χονδρική πώληση φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/25/ΕΟΚ» (ΦΕΚ Α’ 102/06-06-1995).
5. Το Ν.Δ. 361/1941 «Περί συμπληρώσεως διατάξεων της Φαρμακευτικής Νομοθεσίας» – Αφορά την ίδρυση και λειτουργία φαρμακαποθηκών (ΦΕΚ Α’ 268/09-08-1941).
6. O Ν. 2166/1993 (ΦΕΚ Α’ 137/24-08-1993) – Αφορά τις φαρμακαποθήκες (άρθρο 26).
7. Το Π.Δ. 88/2004 «Οργάνωση και προδιαγραφές λειτουργίας φαρμακαποθήκης» (ΦΕΚ Α’ 68/3-3-2004).
8. Η Οδηγία 2001/83/ΕΚ «Περί Κοινοτικού Κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση» (L 311/67/28-11-2001).
9. H K.Y.A. ΔΥΓ3α/οικ.82161/24-08-2012 «Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την αντίστοιχη κοινοτική στον τομέα της παραγωγής και της κυκλοφορίας φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση, σε συμμόρφωση με την υπ’ αριθμ. 2001/83/ΕΚ Οδηγία “περί κοινοτικού κώδικα για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση” (L 311/28.11.2001) όπως ισχύει και όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2010/84/ΕΕ, όσον αφορά τη φαρμακοεπαγρύπνηση (L348/31.12.2010)» (ΦΕΚ Β’ 2374/24-08-2012). Η Κ.Υ.Α. αυτή αντικατέστησε τη συναφή Κ.Υ.Α. ΔΥΓ3(α)/83657/2006 (ΦΕΚ Β’ 59/24-01-2006), η οποία καταργήθηκε.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις:
1. Η λιανική πώληση των φαρμάκων επιτρέπεται μόνον από τα νομίμως λειτουργούντα φαρμακεία (άρθρο 13, παρ. 1, Ν.Δ. 96/1973).
2. Όλα τα φάρμακα χορηγούνται κατόπιν ιατρικής συνταγής (άρθρο 13, παρ. 4, Ν.Δ. 96/1973).
3. Η εκτέλεση των συνταγών και η λιανική πώληση φαρμάκων στο κοινό επιτρέπεται μόνο σε φαρμακοποιούς που έχουν σε λειτουργία νομίμως συνεστημένα φαρμακεία (άρθρο 34, Ν. 5607/1932).
4. Απαγορεύεται η υπό των φαρμακείων πώληση φαρμάκων προς το κοινό και σε ασφαλιστικά ταμεία και ιδιωτικές κλινικές σε τιμή ελάσσονα της επισήμου λιανικής τιμής (άρθρο 1, Ν. 1132/1981).
5. Χονδρική πώληση φαρμακευτικών προϊόντων είναι κάθε δραστηριότητα που συνίσταται στην προμήθεια, κατοχή, εφοδιασμό ή εξαγωγή φαρμακευτικών προϊόντων εκτός από τη διάθεση στο κοινό. Οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται από τους παρασκευαστές ή τους αντιπροσώπους τους, τους εισαγωγείς ή άλλους χονδρεμπόρους (άρθρο 3, παρ. 1, Π.Δ. 194/1995).
6. Η χονδρική πώληση φαρμάκων γίνεται από:
– Τους παραγωγούς, τους αντιπροσώπους και εισαγωγείς.
– Τις φαρμακαποθήκες (Ν.Δ. 361/1941, Π.Δ. 88/2004).
– Τις φαρμακαποθήκες των προμηθευτικών συνεταιρισμών φαρμακοποιών (άρθρο 22 Α.Ν. 1383/1938, ΦΕΚ Α’ 362).
– Από τους συνεταιρισμούς φαρμακοποιών βάσει αδείας του άρθρου 26 Ν. 1316/1983 (ΦΕΚ Α’ 3).
– Τα πρατήρια και τις υπαντιπροσωπείες παραγωγών και αντιπροσώπων ή εισαγωγέων (άρθρο 2, Π.Δ. 194/1995).
7. Οι φαρμακαποθήκες, τα φαρμακεία, το Δημόσιο, τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα και οι Ιδιωτικές Κλινικές μέσα στις οποίες λειτουργεί φαρμακείο προμηθεύονται φάρμακα χονδρικώς μόνο από τους παραγωγούς και αντιπροσώπους και από τα πρατήρια και υπαντιπροσωπείες που έχουν άδεια χονδρικής πώλησης.
Τόσο οι λαμβάνοντες άδεια χονδρικής πώλησης όσο και οι φαρμακαποθήκες και οι συνεταιρισμοί καθώς και οι παραγωγοί, αντιπρόσωποι και εισαγωγείς φαρμακευτικών προϊόντων, του άρθρου 2, παρ. 1, Π.Δ. 194/1995, πρέπει να διαθέτουν σχέδιο επείγουσας ανάγκης που να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή κάθε μέτρου απόσυρσης φαρμακευτικών προϊόντων από την αγορά, το οποίο διατάσσουν οι αρμόδιες αρχές ή αποφασίζεται σε συνεργασία με τον παρασκευαστή του προϊόντος ή τον κάτοχο άδειας κυκλοφορίας στην αγορά του προϊόντος αυτού. Επίσης πρέπει να θέτουν ανά πάσα στιγμή τους χώρους, τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό τους στη διάθεση των υπαλλήλων που είναι επιφορτισμένοι με την επιθεώρησή τους.
8. Οι φαρμακαποθήκες προμηθεύονται φάρμακα μόνο από τις φαρμακευτικές εταιρείες και τις φαρμακαποθήκες που λειτουργούν νόμιμα σύμφωνα με τη φαρμακευτική νομοθεσία (άρθρο 4, παρ. 2, Π.Δ. 88/2004).
9. Η υπό των φαρμακαποθηκών πώληση φαρμάκων επιτρέπεται μόνο σε φαρμακεία, άλλες φαρμακαποθήκες και τα νομίμως λειτουργούντα νοσοκομεία (άρθρο 7, παρ. 4, Ν.Δ. 361/1941).
10. Απαγορεύεται η υπό των παραγωγών, αντιπροσώπων και εισαγωγέων λιανική πώλησις των υπ’ αυτών παραγομένων ή εισαγομένων φαρμακευτικών προϊόντων. Ούτοι υποχρεούνται να πωλούν τα προϊόντα των εις χονδρικάς τιμάς, και μόνον εις τα νομίμως λειτουργούντα φαρμακεία, τας νομίμως λειτουργούσας φαρμακαποθήκας, το Δημόσιον, ως και εις τα πάσης φύσεως Νοσηλευτικά Ιδρύματα και ιδιωτικάς κλινικάς, εντός των οποίων λειτουργεί φαρμακείον (άρθρο 12, παρ. 1 του Ν.Δ. 96/1973).
11. – Οι κάτοχοι άδειας χονδρικής πώλησης φαρμάκων ανθρώπινης χρήσης που κυκλοφορούν στην Ελλάδα εξασφαλίζουν τον κατάλληλο και συνεχή εφοδιασμό της αγοράς με τα εν λόγω φάρμακα ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των ασθενών στην Ελλάδα.
– Μετά την κάλυψη των αναγκών που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, οι κάτοχοι άδειας χονδρικής πώλησης φαρμάκων δύνανται να εξάγουν φάρμακα ανθρώπινης χρήσης μόνο εφόσον προμηθεύτηκαν τα εξαγόμενα φάρμακα απευθείας από φαρμακευτικές επιχειρήσεις. Οι ταινίες γνησιότητας των εξαγόμενων φαρμάκων ακυρώνονται διά διαγραφής με ανεξίτηλο μελάνι και ο ειδικός αριθμός έγκρισής τους καταχωρείται σε κατάσταση που αποστέλλεται στον Ε.Ο.Φ. όπου και φυλάσσεται επί διετία. Για την παρακολούθηση της επάρκειας της αγοράς σε φάρμακα ανθρώπινης χρήσης, τα σχετικά παραστατικά προμήθειας των εν λόγω φαρμάκων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, φυλάσσονται υποχρεωτικά επί διετία και είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμα για έλεγχο από τους αρμόδιους φορείς.
– Οι κάτοχοι άδειας χονδρικής πώλησης φαρμάκων που πραγματοποιούν εξαγωγές σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πωλούν απευθείας και μόνο σε πρόσωπα που έχουν άδεια να διαθέτουν φάρμακα, κατά το δίκαιο του Κράτους Μέλους προορισμού. Τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα που εξάγονται πρέπει να έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας στο Κράτος προορισμού από τον εισαγωγέα τους και παράλληλα φάρμακα που εξάγονται σε τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης να έχουν έγκριση από τον Ε.Ο.Φ. και να εξάγονται από τους παραγωγούς τους.
– Για τη διασφάλιση της γνησιότητας των εξαγόμενων φαρμάκων, οι φαρμακαποθήκες που πραγματοποιούν εξαγωγές δεν διαμεσολαβούν για εξαγωγές άλλων φαρμακαποθηκών (άρθρο 12Α, Ν.Δ. 96/1973).
12. Η χονδρική πώληση φαρμάκων επιτρέπεται μόνο ύστερα από άδεια, η οποία χορηγείται από την κατά τόπο αρμόδια Διεύθυνση Υγείας των οικείων Νομαρχιών.
Ο έλεγχος των προσώπων που επιτρέπεται να ασκούν τη δραστηριότητα του χονδρεμπόρου φαρμάκων και η επιθεώρηση των χώρων που διαθέτουν, πραγματοποιούνται υπό την ευθύνη της αρμόδιας Διεύθυνσης Υγείας και Υγιεινής της κατά τόπο αρμόδιας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Ε.Ο.Φ. (άρθρο 77, παρ. 1 και 4, Κ.Υ.Α. 82161/2012).
13. Για να λάβει ο ενδιαφερόμενος άδεια χονδρικής πώλησης πρέπει να πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις (άρθρο 79, Κ.Υ.Α. 82161/2012):
α. Να διαθέτει κατάλληλους και επαρκείς χώρους, εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, ώστε να διασφαλίζεται η ορθή διατήρηση και διανομή των φαρμάκων.
β. Να διαθέτει προσωπικό, και κυρίως ένα διορισμένο υπεύθυνο, με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία.
γ. Να αναλαμβάνει τη δέσμευση να τηρεί τις υποχρεώσεις που έχει δυνάμει του άρθρου 80.
δ. Να πληροί τους λοιπούς όρους των Π.Δ. 194/1995 (Α’ 102) και Π.Δ. 88/2004 (Α’ 68).
14. Όσον αφορά την προμήθεια φαρμάκων σε φαρμακοποιούς και πρόσωπα που έχουν άδεια ή είναι εξουσιοδοτημένα να διαθέτουν φάρμακα στο κοινό, επιβάλλονται στον κάτοχο της άδειας χονδρικής πώλησης η οποία έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος, οι ίδιες υποχρεώσεις και δη οι υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας που επιβάλλονται και στα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί στην Ελλάδα η άδεια χονδρικής πώλησης φαρμάκων.
Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας φαρμάκου καθώς και οι χονδρέμποροι εξασφαλίζουν, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους, τον κατάλληλο και συνεχή εφοδιασμό της αγοράς, των φαρμακείων και των προσώπων που έχουν άδεια να διαθέτουν φάρμακα, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες των ασθενών που βρίσκονται στην Ελλάδα. Ειδικότερα, η έννοια της εδαφικής περιφέρειας του άρθρου 77 παρ. 1 είναι ότι ο κάτοχος άδειας χονδρικής πώλησης φαρμάκων οφείλει να εφοδιάζει κατά προτεραιότητα τα φαρμακεία και άλλους φορείς που υπάγονται στην εδαφική περιφέρεια της κατά τόπο αρμόδιας Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης η οποία που χορήγησε την άδεια (άρθρο 81, Κ.Υ.Α. 8216/2012).
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει συνοπτικά το παρακάτω συμπέρασμα:

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
1. Το φαρμακείο πωλεί φάρμακα μόνο στο κοινό, στην επίσημη λιανική τιμή, με ιατρική συνταγή. Πωλήσεις προς νοσοκομεία, κλινικές, ασφαλιστικά ταμεία, γηροκομεία, εταιρείες (όχι φαρμακεμπορικές) θεωρούνται λιανικές πωλήσεις (υπάρχει νομολογία).
Πωλήσεις φαρμάκων από φαρμακεία σε φαρμακεμπορικές επιχειρήσεις, με σκοπό την περαιτέρω εμπορία ή εξαγωγή τους, θεωρούνται χονδρικές πωλήσεις και απαγορεύονται.
2. Οι φαρμακεμπορικές επιχειρήσεις, έχουσες άδεια χονδρικής πώλησης, μπορούν να πραγματοποιούν παράλληλες εξαγωγές, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου (κάλυψη εσωτερικής αγοράς – άρθρο 12Α Ν.Δ. 96/1973), μόνον εφόσον εφοδιάζονται τα φάρμακα από νόμιμες πηγές.
Νόμιμη πηγή είναι μόνο οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις (παραγωγοί, αντιπρόσωποι, εισαγωγείς).
Μη νόμιμη πηγή, σε κάθε περίπτωση, είναι τα φαρμακεία και οι άλλες φαρμακαποθήκες, εφόσον τα φάρμακα προορίζονται για εξαγωγή.

Β. ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Οι κυρώσεις, σε περίπτωση παράβασης των άνω διατάξεων, προβλέπονται στο άρθρο 19 Ν.Δ. 96/1973 και στο άρθρο 129 της Κ.Υ.Α. 82161/2012.
Οι κυρώσεις για τους φαρμακοποιούς είναι:
– Πρόστιμα έως 13.200 ευρώ και έως 44.000 ευρώ, σε περίπτωση υποτροπής.
– Προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας για διάστημα έως 6 μήνες, ενώ σε περίπτωση υποτροπής, η οριστική ανάκληση της άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου (άρθρο 19, παρ. 6, περ. β’, Ν.Δ. 96/1973).
– Ποινική δίωξη και φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και αφαίρεση από 3 μέχρι 6 μήνες της άδειας άσκησης του επαγγέλματος (άρθρο 19 παρ. 2, Ν.Δ. 96/1973) σε περίπτωση παράβασης των κανόνων καλής φύλαξης και διάθεσης (η πώληση σε φαρμακαποθήκη συνιστά πράξη μη νόμιμης διάθεσης).

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
α. Θεωρείται χωριστή παράβαση κάθε έκδοση τιμολογίου από το φαρμακείο προς την φαρμακαποθήκη ή μία ενιαία παράβαση το σύνολο των τιμολογίων που εκδόθηκαν;
β. Εάν κάθε τιμολόγιο θεωρηθεί χωριστή παράβαση, υφίσταται υποτροπή;
γ. Η έννοια της υποτροπής ποια είναι;
Επομένως, η κρίση του Ε.Ο.Φ. επί των ερωτημάτων αυτών είναι ουσιώδης και η αντίδραση του κλάδου χρήζει προσοχής, άλλως οι συνέπειες για τους φαρμακοποιούς θα είναι ηχηρές.

Γ. Διακινείται από το 2009 με πειστικότητα, όπως αποδείχθηκε, ο ισχυρισμός ότι η Ευρωπαϊκή Νομοθεσία επιτρέπει τη χονδρική πώληση φαρμάκων από τα φαρμακεία και ότι η μη χορήγηση άδειας χονδρεμπόρου σε φαρμακοποιούς που λειτουργούν φαρμακεία, προκειμένου να προβαίνουν σε εξαγωγές, αντίκειται στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για το νομικά βάσιμο του ισχυρισμού αυτού γίνεται επίκληση του άρθρου 1 παρ. 17 της Οδηγίας 2001/83/ΕΚ που προβλέπει τα εξής: «17. Χονδρική πώληση φαρμάκων: κάθε δραστηριότητα που συνίσταται στην προμήθεια, κατοχή, εφοδιασμό ή εξαγωγή φαρμάκων εκτός από τη διάθεση φαρμάκων στο κοινό· οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται με τους παρασκευαστές ή τους αντιπροσώπους τους, τους εισαγωγείς, άλλους χονδρεμπόρους ή με τους φαρμακοποιούς και τα πρόσωπα που έχουν άδεια ή είναι εξουσιοδοτημένα να χορηγούν φάρμακα στο κοινό σε ένα κράτος μέλος».
Πράγματι, από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι και οι φαρμακοποιοί (με φαρμακεία) της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να ασκούν χονδρεμπόριο, συμπεριλαμβανομένων των εξαγωγών, υπό τη ρητή όμως προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο το επιτρέπει η εθνική νομοθεσία κάθε Κράτους-Μέλους, (άρθρο 77 παρ. 2 της ίδιας Οδηγίας).
Στην ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη. Αντίθετα, ρητά ορίζεται ότι στο φαρμακείο επιτρέπεται μόνο η λιανική πώληση.
Επομένως, ο άνω διακινούμενος ισχυρισμός είναι νομικά αβάσιμος και θα απορριφθεί από τα Δικαστήρια.
Θα ήταν διαφορετικά αν, στα πλαίσια κοινής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το συγκεκριμένο θέμα, τα Κράτη Μέλη ήταν υποχρεωμένα να χορηγούν στους φαρμακοποιούς με φαρμακεία άδεια χονδρικής πώλησης και δυνατότητα εξαγωγών. Κοινή όμως πολιτική δεν υπάρχει και το ζήτημα ρυθμίζεται κατά τη διακριτική ευχέρεια κάθε Κράτους Μέλους. Η Ελλάδα, δεκάδες χρόνια τώρα, ασκώντας τη διακριτική εξουσία της, είναι σαφής ως προς το θέμα αυτό: ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ = ΛΙΑΝΙΚΗ ΠΩΛΗΣΗ.

Δ. Παράλληλα με τον Ε.Ο.Φ. και το Σ.Δ.Ο.Ε., επ’ ευκαιρία των εξαγωγών φαρμάκων, διενεργεί ελέγχους σε φαρμακεία και η ΥΠΕΔΥΦΚΑ.
Οι αρμοδιότητες της ΥΠΕΔΥΦΚΑ είναι εκτεταμένες και οι κυρώσεις που δύναται να επιβάλει για παραβάσεις της γενικότερης φαρμακευτικής νομοθεσίας, προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 15 του Π.Δ. 121/2008. Μεταξύ των κυρώσεων αυτών περιλαμβάνεται και η οριστική διακοπή της σύμβασης φαρμακοποιού με τον ΕΟΠΥΥ. Τούτο δίνει αφορμή να εκθέσω και το παρακάτω πρόβλημα: